Γιώργος Μαραζάκης, Τριπλό άξελ

by SF

Mυρτώ την είχανε βγάλει, όπως τη μακαρίτισσα τη γιαγιά της. Μυρτούλα την φώναζε η Κυρία Ευανθία, η μάνα της. «Έλα Μυρτούλα μου, ξύπνα θα αργήσεις» της έλεγε τα πρωινά. Όταν την βαφτίζανε, οχτώ μηνών μωράκι κοιτούσε την κόρη της και έβλεπε ένα ηλιοκαμένο αδύνατο κορίτσι να τρέχει ξυπόλυτο στην αμμουδιά. Μα η Μυρτούλα μεγάλωσε κι έγινε το αντίθετο, χλωμή και παχουλή. Ένα νωθρό μελαγχολικό κορίτσι. Μόνο δυο στρογγυλές πιτσιλιές κόκκινο χρωμάτιζαν τα φουσκωτά της μάγουλα.

 

Καθόταν στο θρανίο σκυφτή με το μολύβι στο χέρι. Η δασκάλα μιλούσε και αυτή ζωγράφιζε καρδούλες στην λευκή πρώτη σελίδα του βιβλίου χωρίς να την ακούει.
Όλα της τα βιβλία ήταν νοικοκυρεμένα, και προστατευμένα με διάφανο ντύμα. Είχαν πολύχρωμα αυτοκόλλητα με στρασάκια στο εξώφυλλο και μια ροζ ετικέτα στην γωνία. «Μυρτώ Λαμπροπούλου, μαθήτρια της πέμπτης δημοτικού.» Δεν ήταν τσαλακωμένα στις γωνίες. Μέσα όμως ήταν γεμάτα ζωγραφισμένες καρδούλες. Καρδούλες και το όνομα Γιάννης. «Μυρτώ τι λέγαμε τώρα;» συνήθιζε να την ρωτάει η δασκάλα κι αυτή ποτέ δεν ήξερε τι να απαντήσει. Άκουγε την μονότονη φωνή που αντηχούσε στην τάξη χωρίς ποτέ να προσέχει τα λόγια. Οι κόκκινες πινελιές απλώνονταν τότε σε όλο της το πρόσωπο και τα άλλα παιδιά κρυφογελούσανε. Δεν την ένοιαζε όμως. Το είχε συνηθίσει. Μόνο το τραγουδάκι την πείραζε. Το ξεκινούσε ένα από τα παιδιά και το συνεχίζανε όλοι χορωδία∙ και ο Γιάννης μαζί. Ένα στιχάκι ήταν όλο κι όλο μα όποτε τους κολλούσε μπορούσαν να το επαναλαμβάνουν για ολόκληρο το διάλειμμα.
Έρχεται η Μυρτώ
κρύψτε το φαγητό
Έρχεται η Μυρτώ
κρύψτε το φαγητό.

Δεν το άκουγε πάνω από δύο τρεις φορές. Κρυβόταν σε κάποια ευχάριστη σκέψη και οι φωνές τους γινόντουσαν μακρινοί υπόκωφοι ήχοι. Χανόταν σε μακρινούς κόσμους με ξωτικά και νεράιδες. Όλο και κάποια καλόκαρδο Τζίνι που έδινε τρεις ευχές σύχναζε εκεί. Με την πρώτη ευχή γινότανε όμορφη και με την δεύτερη τα έφτιαχνε με τον Γιάννη. Φορούσε ένα ροζ φόρεμα και καθόντουσαν μαζί στο παγκάκι της πίσω αυλής. Η Τρίτη ευχή άλλαζε κάθε φορά.
Τα απογεύματα τα περνούσε μπροστά στην τηλεόραση. Περίμενε όλη τη βδομάδα με λαχτάρα τη μέρα που έπαιζε candy candy. Έπαιρνε κρυφά τρεις τέσσερις χούφτες σοκολατάκια και στηνόταν μπροστά στην ασπρόμαυρη συσκευή. Όταν ο Antony έπεσε από το άλογο και σκοτώθηκε η Μυρτώ οριστικοποίησε την τρίτη της ευχή. Θα τον ανάσταινε για να παντρευτεί την Candy.
Τα χρόνια περνούσαν και η Μυρτούλα μεγάλωνε. Όχι μόνο στα χρόνια αλλά και στις διαστάσεις. Γύριζε από το σχόλιο και κλεινόταν στο δωμάτιο της. Της είχε κάνει δώρο η θεία της μια φορητή τηλεόραση και την είχε στο κοριτσίστικο δωμάτιο ανάμεσα σε αρκουδάκια και κούκλες. Την εποχή που έδειχνε καλλιτεχνικό πατινάζ έβγαινε από το δωμάτιο μόνο για να πάει στο περίπτερο να αγοράσει σοκολάτες και πατατάκια. Παρακολουθούσε εκστασιασμένη, με το στόμα μπουκωμένο. Φανταζόταν τον εαυτό της να γλιστράει στο πάγο. Αδύνατη και όμορφη ελίσσεται με μπρίο ενώ το δαντελένιο της φόρεμα ανεμίζει στον ρυθμό της μουσικής.
Βραδιά καλλιτεχνικού πατινάζ ήταν και όταν έφυγε ο πατέρας της από το σπίτι. Είχε χαμηλώσει τον ήχο και κρυφάκουγε. Είχε σταματήσει να αναπνέει για να κάνει ησυχία. Δεν τα άκουγε όλα. Μόνο σκόρπιες λέξεις, πνιχτά κλάματα, τον μεταλλικό ήχο από το κούμπωμα της μεγάλης βαλίτσας, κάτι μισοτελειωμένες προτάσεις, η πόρτα που κλείνει. «Την κόρη σου δεν την σκέφτεσαι;» Όταν η Ευανθία άρχισε να κλαίει με λυγμούς η Μυρτώ σταμάτησε να ακούει. Κρύφτηκε πάλι σε κάποιον από τους κόσμους της. Ήταν μεγάλη και όμορφη εκεί. Ένα πρώην ασχημόπαπο. Είχε τρία παιδιά και ζούσε σε ένα μεγάλο σπίτι με κεραμίδια στην εξοχή. Είχε μια στρογγυλή πέργκολα στην αυλή και μια λιμνούλα με χρυσόψαρα στον κήπο.
«Διάβαζε Μυτούλα μου» της έλεγε η μάνα της πριν τις μεγάλες εξετάσεις. «Διάβαζε να ξεφύγεις εσύ τουλάχιστον». Και η Μυρτούλα που είχε μεγαλώσει σε όλες τις διαστάσεις ήξερε πως αυτό έπρεπε να κάνει. Έπαιρνε το βιβλίο και μερικά κομμάτια από τον κορμό σοκολάτα, που έφτιαχνε η Ευανθία για να την καλοπιάνει και διάβαζε. Διάβαζε μα από τα μισά της πρώτης σελίδας σταματούσε να αποτυπώνει τα γράμματα στο μυαλό της. Χανόταν σε φοιτητόσπιτα και χαρούμενες παρέες. Έβλεπε τον εαυτό της αδύνατο στην νοικοκυρεμένη γκαρσονιερούλα με τις σιέλ κουρτίνες. Στον καναπέ ένας νέος με καστανό μαλλί άκουγε μουσική. Άλλες φορές τον λέγανε Μπράντον κι άλλες Ντύλαν. Όταν βγήκε η βαθμολογία δεν έκλαψε. Ήταν Πέμπτη, είχε τα χτυποκάρδια στο Μπέβερλυ χιλς το βράδυ. Τα είδε στην μικρή της τηλεόραση συντροφιά με τρία πακέτα σοκολατένια μπισκότα και πατατάκια.
Τα μάτια της ίσα που φαινότανε από το φουσκωμένο πρόσωπο της. Το κόκκινο στα μάγουλα της είχε πάλι απλωθεί. «Μάλιστα κύριε Γεωργίου» ψέλλιζε στις παύσεις της φωνής του.
«Θα περίμενα περισσότερη υπευθυνότητα Δεσποινίς Μυρτώ»
«Μάλιστα κύριε Γεωργίου»
«Η καλή από την κακή δουλειά διαφέρει μόνο στις λεπτομέρειες»
«Μάλιστα κύριε Γεωργίου»
«Τα λάθη είναι ανθρώπινα αρκεί να μην επαναλαμβάνονται»
«Μάλιστα κύριε Γεωργίου»
Αυτός μιλούσε μα η Μυρτώ δεν άκουγε. Είχε ήδη χαθεί στην χαρούμενη σκέψη της. Αυτή τη φορά όμως δεν ήταν νεράιδα μα άνθρωπος κανονικός. Τον λέγανε Φάνη. Το βράδυ θα πηγαίνανε σινεμά. Προτιμούσαν τον κινηματογράφο γιατί ήταν και οι δυο ντροπαλοί. Ο κινηματογράφος έδινε μια λύση στις αμήχανες σιωπές τους. Πριν πάνε, συζητούσαν για το έργο που θα δουν και μετά που φεύγανε για αυτό που είδαν. Βγαίνανε εδώ και τρεις μήνες. Περπατούσανε δίπλα δίπλα και ο κόσμος τους κοιτούσε. Ο Φάνης ήταν πολύ αδύνατος, καμπούριζε και λίγο. Είχε πατήσει τα εικοσιτέσσερα μα η ακμή δεν είχε φύγει από το πρόσωπο του. Φορούσε και κάτι χοντρά γυαλιά μυωπίας. Τις πρώτες φορές που βγήκαν, η Μυρτώ προσπαθούσε να οδηγεί τις συζητήσεις. Αυτός απαντούσε μονολεκτικά με μια μονότονη φωνή που έβγαζε από τη μύτη. Η κατάσταση βελτιώθηκε λίγο με τον κινηματογράφο. Μετά τα πρώτα δέκα – δεκαπέντε ραντεβού ολοκλήρωσαν και την σχέση τους. Οι γονείς του Φάνη λείπανε στο χωριό και την κάλεσε σπίτι. Ήταν και για τους δύο η πρώτη φορά. Νευρική και αγχωμένη. Ρούχα που δεν βγαίνανε εύκολα, παράξενα κουμπώματα σουτιέν, φακελάκια προφυλακτικών που δεν άνοιγαν, αγωνιώδεις ανιχνεύσεις ανατομικής φύσεως, σουμιέδες που τρίζανε επικίνδυνα. Πάντα είναι η δύσκολη η πρώτη φορά. Μια από τις επόμενες μέρες θα ερχόταν και η δεύτερη, αυτή θα ήταν καλύτερη έλεγε η Μυρτώ. Μετά φανταζόταν τον γάμο και το σπιτικό τους. Πηγαίνουν βόλτα στην παιδική χαρά και ο Φάνης κρατάει από το χέρι την κόρη τους, ένα ηλιοκαμένο αδύνατο κοριτσάκι.
«Λίγη περισσότερη προσοχή σε παρακαλώ»
«Μάλιστα κύριε Γεωργίου».
Όταν της είπε να χωρίσουν ήταν η πρώτη φορά που μίλησε τόσο πολύ. Η Μυρτώ είχε καρφώσει το βλέμμα στο πάτωμα. Της έλεγε ότι είναι ακόμα νέος για σοβαρή σχέση και ότι θέλει να ασχοληθεί εντατικότερα με τις σπουδές του. Ήδη είχε σταματήσει να τον προσέχει. Άκουγε μόνο τον ήχο της φωνής να βγαίνει από την μύτη του. Φανταζόταν το γιατρό με την πειραματική μέθοδο. Χρειαζόταν μια εθελόντρια να δοκιμάσει την νέα θεραπεία. Σε τρεις μήνες θα ήταν αδύνατη και όμορφη με τα νέα επαναστατικά χάπια. Θα είχε οποίον ήθελε στα ποδιά της. Θα την έβλεπε ο Φάνης στην καφετέρια αγκαλιά με εκείνο το ψηλό παιδί από το τμήμα προμηθειών και θα έβαζε τα κλάματα. Ας πρόσεχε, ας πρόσεχε.
Την άλλη μέρα ήταν η πρώτη φορά που δεν σηκώθηκε από το κρεβάτι. Πήρε τηλέφωνο στη δουλειά και είπε ότι είναι άρρωστη. Έμεινε όλη μέρα στο δωμάτιο να βλέπει τηλεόραση. Κάθε λίγες ώρες έπαιρνε τηλέφωνο να παραγγείλει φαγητό. Πίτσα, σουβλάκια, κρέπες. «Τι έχεις Μυρτούλα μου» την ρωτούσε η μάνα της. «Γιατί δε μου λες;»
Ο καιρός περνούσε και η Μυρτούλα μεγάλωνε. Μεγάλωνε σε όλες τις διαστάσεις. Είχαν περάσει χρόνια από την τελευταία φορά που βγήκε από το διαμέρισμα. Δεν την κρατούσαν πια τα γόνατα της. Είχε πάψει να σηκώνεται από το κρεβάτι. «Δυστυχώς πρέπει να λάβετε δραστικά μέτρα» είπε ο γιατρός «Διατρέχετε άμεσο κίνδυνο» . Η Ευανθία προσπάθησε να την βοηθήσει. Δοκίμασε να μαγειρεύει υγιεινά και δεν πήγαινε να της αγοράσει γλυκά από το περίπτερο. Μα η Μυρτώ έκλαιγε και ούρλιαζε. Έκανε σαν θηρίο στο κλουβί. Πετούσε τα πιάτα και τα ποτήρια στον τοίχο. Μόνο το τηλεκοντρόλ πρόσεχε σαν τα μάτια της. Στο τέλος η Ευανθία υπέκυπτε. Πήγαινε στο ψιλικατζίδικο και γέμιζε μια νάιλον σακούλα με τις αγαπημένες λιχουδιές της κόρης της. Όλη σχεδόν τη σύνταξη την ξόδευε σε σοκολάτες, πατατάκια και πίτσες. «Αν πάθω κάτι τι θα απογίνεις;» μονολογούσε κάθε τόσο κλαίγοντας.
Η Μυρτώ δεν μπορούσε να πάει ούτε στην τουαλέτα. Της πήγαινε την πάπια η μάνα της. Κάθε δυο μέρες την έπλενε με μια βρεγμένη πετσέτα. Έβαζε όλη της την δύναμη και την βοηθούσε να γυρίσει στο πλάι για να καθαρίζει το δέρμα της που σάπιζε κολλημένο στα σεντόνια.
Ένα πρωί η Ευανθία πήρε τηλέφωνο στο νούμερο που δίνανε στην αγαπημένη της εκπομπή. Από το κανάλι είπαν πως θα βοηθούσαν. Θα έπαιρναν μια συνέντευξη από την Μυρτώ και μετά θα την κατέβαζαν από το μπαλκόνι με τη βοήθεια κάποιου γερανοφόρου οχήματος. Θα αναλαμβάνανε τα έξοδα για την νοσηλεία της σε ιδιωτική κλινική και την επέμβαση στο στομάχι. Η Μυρτώ όμως είχε άλλα σχέδια.
«Πως νιώθεις Μυρτώ καθηλωμένη τόσο καιρό στο κρεβάτι;» Ρώτησε η καλοχτενισμένη κοπέλα προτείνοντας της το μικρόφωνο. Αυτή δε μίλησε. Ανασηκώθηκε με κόπο, γύρισε το σβέρκο στο πλάι και ξέρασε πάνω στο μανίκι της αποσβολωμένης δημοσιογράφου. Η εκπομπή δεν έγινε ποτέ.
Η Μυρτώ είχε πάψει ακόμα και να μιλάει. Έτρωγε μόνο και άλλαζε κανάλια. Τίποτα άλλο δεν έκανε. Είχε έρθει πάλι η εποχή του πατινάζ. Παρακολουθούσε με γεμάτο το στόμα, δακρυσμένη από χαρά. Στο διάλειμμα για τις διαφημίσεις έκλεισε για λίγο τα μάτια της. Όταν τα ξανάνοιξε δεν ήταν πια στο δωμάτιο. Το κρεβάτι της βρισκόταν στη μέση μιας μεγάλης αίθουσας. Έξω ακούγονταν μακρινές μουσικές και χειροκροτήματα. Η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα εκείνος. Ψηλός και ξανθός. Ισορροπώντας στα παγοπέδιλα προχώρησε προς το μέρος της. Η εφαρμοστή φορεσιά του την θάμπωνε. Ήταν γεμάτη στρας και στολίδια. Δεν μπορούσε να διακρίνει τα χαρακτηριστικά του. Αυτός την κοίταξε με απέχθεια όπως ήταν ασάλευτη και ανήμπορη πάνω στο κρεβάτι . Έβγαλε από την εσωτερική τσέπη του μπολερό ένα γυριστό μαχαίρι, Αραβικό. Της το κάρφωσε λίγο πια χαμηλά από το λαιμό και το τράβηξε με δύναμη μέχρι τον αφαλό. Έσκυψε και έχωσε το χέρι του μέσα στην κοιλιά της. Ψαχούλεψε ανάμεσα στα λίπη και τα αίματα μέχρι που βρήκε το χέρι της. Το έπιασε δυνατά και με μια απότομη κίνηση την τράβηξε έξω. Αυτή στάθηκε μπροστά του χαμογελώντας. Αδύνατη και μικροκαμωμένη. Φορούσε ένα ροζ κορμάκι στολισμένο με δαντέλες. Τα μαλλιά της ήταν λυτά και φτάνανε μέχρι την μέση της πλάτης. Την πήρε από το χέρι και προχωρήσανε προς την πόρτα. Μόλις μπήκαν στο παγοδρόμιο το κοινό ξέσπασε σε κραυγές κα χειροκροτήματα. Τα φώτα σβήσανε. Το πλήθος κράτησε τους αναπτήρες ψηλά. Προχώρησαν στον πάγο και στάθηκαν στην μέση της πίστας. Η μουσική ξεκίνησε. Χόρευαν στους ρυθμούς της. Ελίσσονταν αγκαλιασμένοι. Την στροβίλιζε, την σήκωνε ψηλά, έκαναν πιρουέτες και το φως του προβολέα τους ακολουθούσε. Το κοινό είχε εκστασιαστεί. Με έναν απότομο ελιγμό βρέθηκαν σταματημένοι στην γωνία της πίστας. Ξεκίνησαν να πατινάρουν με όλη τους την δύναμη. Ανέπτυξαν ταχύτητα. Θαρρείς πω σταμάτησαν όλοι να αναπνέουν. Τα μαλλιά της κυμάτιζαν παράλληλα στον πάγο. Κάπου στα μισά την έπιασε από την μέση. Λυγίσανε τα γόνατα τους. Έβαλε όλη του την δύναμη και την εκτόξευσε ψηλά. Στροβιλίστηκε τρεις φορές στο αέρα και δεν ξαναγύρισε ποτέ στο έδαφος.
Copyright©Γιώργος Μαραζάκης

[στάχτες αρχειο]
Advertisements