Αλέξανδρος Ζεν, Νύχτα φόνου

by SF

Ω ναι, τη θυμάμαι σα χτες εκείνη την ημέρα… Θυμάμαι ακριβώς την ημερομηνία: Δεκαπέντε Οκτωβρίου. Θυμάμαι τι ρούχα φορούσα, θυμάμαι πόσα τσιγάρα είχα καπνίσει, τι καφέ είχα πιει, που είχα παρκάρει τ’ αμάξι, θυμάμαι ακόμα και πόσο γεμάτο ήταν το φεγγάρι – ακριβώς μέχρι τη μέση. Θυμάμαι και το νεκρό βλέμμα των ματιών του… Αυτό καλύτερα απ’ όλα…
   Είχα ξυπνήσει πολύ νωρίς εκείνο το πρωί, δεν είχε καν ξημερώσει. Είχε ζέστη, ζέστη ασυνήθιστα γλυκιά για πρωινό του Οκτώβρη. Το ξενύχτι της προηγούμενης νύχτας είχε κάνει το κεφάλι μου βαρύ σαν μολύβι και είχε εξασθενίσει το ήδη αδύναμο στομάχι μου. Ήμουν ένα ζωντανό πτώμα που περιφερόταν άσκοπα απ’ το υπνοδωμάτιο στην κουζίνα, από κει στην τουαλέτα, κι απ’ την τουαλέτα στο υπνοδωμάτιο. Δεν τα άντεχα καθόλου τα μεθύσια, ούτε τα ξενύχτια γενικά. Με θυμάμαι από έφηβο ακόμα να στριφογυρίζω για το πολύ δυο ώρες στο κρεβάτι μου και να σηκώνομαι γεμάτος τσίμπλες στα μάτια, πόνους στα πόδια και αλκοόλ στο αίμα για να συρθώ μέχρι τη λεκάνη. Τις άλλες νύχτες βέβαια έκανα υπέροχους ύπνους. Μέχρι εκείνο το βράδυ της δεκάτης πέμπτης δεν ήξερα καν τι θα πει η λέξη ‘αϋπνία’. Κοιμόμουνα βαριά και ήσυχα για τουλάχιστον οχτώ ώρες – απολάμβανα ύπνο! Εκείνο το πρωινό πάντως, για να επιστρέψω και στο θέμα, το πρώτο πράγμα που έκανα όταν σηκώθηκα δεν ήταν να συρθώ μέχρι την τουαλέτα, αλλά να συρθώ μέχρι την κουζίνα, όπου θα έφτιαχνα το μόνο πράγμα που θα μπορούσε κάπως να με ζωντανέψει: έναν διπλό ελληνικό καφέ, μαζί με ένα φτηνό παλ μαλ τσιγάρο. Και όντως, με την πρώτη κιόλας γουλιά ένιωσα το σώμα μου να συνέρχεται. Το μυαλό μου πάλι, όχι και τόσο…
Πέρασα τις ώρες της ημέρας συμπληρώνοντας έγγραφα για τη δουλειά και διαβάζοντας το βιβλίο που είχα αφήσει από καιρό στη μέση: τον Ξένο του Καμύ. Ποτέ δε μπόρεσα να καταλάβω τι το τόσο σπουδαίο έβλεπε ο κόσμος σ’ αυτό το βιβλίο. Εμένα πολλές φορές με κούραζε… Το μεσημέρι δεν είχα καθόλου όρεξη για μαγείρεμα, οπότε παρήγγειλα μια πίτσα απ’ έξω. Και κατά τις έξι το απόγευμα είχα ραντεβού για καφέ με την Μαρία στο κέντρο.
   Θυμάμαι συζητούσαμε για το γάμο – κάναμε τις πρώτες προετοιμασίες. Είχε φέρει δείγματα από προσκλητήρια για να διαλέξουμε μαζί. Της είπα ότι δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου το προσκλητήριο, δε μ’ ενδιαφέρει τίποτα εκτός απ’ το να είμαι μαζί της. Μου χαμογέλασε. Τίποτα δε μπορούσε να μου φτιάξει περισσότερο τη διάθεση από ένα χαμόγελό της. Ολόκληρο το πρόσωπο της φωτιζόταν κάθε φορά που τα λεπτά της χείλη κοιτούσαν προς τα πάνω. Πλησίασα αργά και τη φίλησα για ώρα, παθιασμένα, μέχρι να μας επαναφέρει τελικά ο εκνευριστικός σερβιτόρος που κουβαλούσε τους καφέδες μας. Τελικά δεν αποφασίσαμε ποτέ το προσκλητήριο, το άφησα πάνω της, κι όταν πια ο ήλιος είχε πέσει και το σκοτάδι είχε αρχίσει να απλώνεται πάνω απ’ τη μεγάλη πόλη, φιληθήκαμε ξανά, αποχαιρετιστήκαμε και τραβήξαμε ο καθένας το δρόμο για το σπίτι του… Ποτέ μου δε θα πίστευα ότι εκείνη η φορά θα ήταν η τελευταία φορά που θα έβλεπα το πρόσωπο της, που θα άκουγα τη φωνή της, που θα κοίταγα στα μάτια της, που θα άγγιζα τα χείλη της…
   Είχα παρκάρει το αμάξι πολύ μακριά απ’ το καφέ που είχαμε καθίσει, τουλάχιστον είκοσι λεπτά περπάτημα. Φυσικά τέτοια ώρα στο κέντρο θα έπρεπε να νιώθω τυχερός μόνο και μόνο που είχα καταφέρει να βρω θέση, μα το περπάτημα δεν το άντεχα καθόλου, και πάντα παραπονιόμουν αν είχα πάνω από ένα χιλιόμετρο να διανύσω με τα πόδια. Γι’ αυτό και όταν έφτασα στο κακόφημο στενό της οδού Αλεξάνδρου, δεν το σκέφτηκα καθόλου πριν μπω και κόψω δρόμο. Θα γλίτωνα περίπου τριακόσια μέτρα. Χα, το σκέφτομαι σήμερα ότι όλα αυτά έγιναν για τριακόσια μέτρα και μου φαίνομαι τόσο γελοίος…
   Καθόταν στα σκαλιά, ακριβώς έξω απ’ το μισογκρεμισμένο και ερειπωμένο αρχοντικό με τον αριθμό επτά, δίπλα στην ανοιγμένη χαρτόκουτα που χρησιμοποιούσε για κρεβάτι. Φορούσε ένα παλιό, ξεσκισμένο μπλουτζιν κι ένα λεπτό, μπεζ πουκάμισο, απ’ το οποίο έλειπαν δυο κουμπιά στο ύψος του στομαχιού. Το πρόσωπό του ήταν τρομακτικό, απόκοσμο, τα μάγουλα του έμοιαζαν φαγωμένα, τα μικρά του μάτια πρησμένα και ρυτιδιασμένα, γεμάτα μαύρους κύκλους, το στόμα του ξερό. Μόνο το μακρύ, γκρίζο του μούσι είχε κάτι το μεγαλοπρεπές, έμοιαζε λες και ήταν βγαλμένο από τη Βίβλο. Ήταν λεπτός και αδύναμος, με το ζόρι φαινόταν να κρατάει το κεφάλι του όρθιο. Θα ήταν το πολύ εξήντα χρονών, μα έμοιαζε τουλάχιστον ενενήντα. Δεν το κρύβω πως το όλο θέαμα του μου προκάλεσε αηδία… Τον κοίταξα και με κοίταξε πίσω. Τα μάτια του ήταν άδεια, κενά, λες και ήταν ήδη νεκρός…
   Σηκώθηκε απ’ τη θέση του με δυσκολία και με βιαστικές κινήσεις άρχισε να κατευθύνεται προς το μέρος μου. Άνοιξα το βήμα μου. Δεν ήταν ότι τον φοβήθηκα, απλά ήθελα να τον αποφύγω… Άκουσα τη λεπτή και κουρασμένη φωνή του πίσω από την πλάτη μου: «Γεια σου φίλε, μήπως έχεις μερικά ψιλά;» Συνέχισα να περπατάω χωρίς να απαντήσω. Με ακολουθούσε κατά πόδας. Ήταν εντυπωσιακό να βλέπεις έναν τέτοιο άνθρωπο να περπατάει τόσο γρήγορα, ήταν άξιον απορίας πως τον κρατούσαν ακόμα τα πόδια του. Έφτασε ακόμα πιο κοντά μου. «Συγγνώμη, φίλε…» «Όχι, τον διέκοψα απότομα, χωρίς καν να γυρίσω να τον κοιτάξω. Δεν έχω τίποτα.» Πίστεψα ότι θα σταμάταγε, ότι δεν θα έδινε περισσότερη σημασία σε έναν τυχαίο περαστικό που ήθελε απλά να πάει σπίτι του, μα αντιθέτως, με δυο απότομες κινήσεις βρέθηκε μπροστά μου, να μου κλείνει το δρόμο και να με κοιτάει στα μάτια. «Φίλε, μήπως έχεις μερικά ψιλά;» με ξαναρώτησε. «Σου είπα όχι, δεν έχω τίποτα,» απάντησα και προσπάθησα να φύγω, μα έκπληκτος συνειδητοποίησα ότι είχα σχεδόν παραλύσει όρθιος στη μέση του δρόμου. Καθόμουνα για ώρα – ή έστω λίγα δευτερόλεπτα που μου φάνηκαν αιώνες – και τον κοίταζα βαθιά μέσα στα μάτια. Το βλέμμα του ήταν γεμάτο μίσος, πρώτη φορά έβλεπα τόσο μίσος μέσα σ’ ένα ζευγάρι ανθρώπινων ματιών. Ένιωθα πως μ’ έπνιγε αυτό το βλέμμα. Κι εκεί ήταν που άρχισα να φοβάμαι…
   «Α… Δεν έχεις τίποτα…» είπε εκείνος, συνεχίζοντας να με κοιτάει με τα απάνθρωπα, ψυχρά του μάτια. «Όχι, τίποτα,» απάντησα χαμηλώνοντας τον τόνο της φωνής μου. Κοιταχτήκαμε για λίγο ακόμα, ώσπου άρπαξε το αριστερό μου χέρι απ’ τον καρπό και με τράβηξε προς τα πίσω. «Έλα λίγο μαζί μου,» μου είπε αδύναμα. «Άσε με ήσυχο,» του απάντησα θυμωμένος και τράβηξα το χέρι μου για να το ελευθερώσω. «Ρε έλα που σου λέω,» συνέχισε ξαναγραπώνοντας με. «Όχι, άσε με,» φώναξα τρομαγμένος προσπαθώντας πάλι να ελευθερώσω το χέρι μου, μα αυτή τη φορά χωρίς αποτέλεσμα. Με είχε σύρει τουλάχιστον δέκα μέτρα πίσω όταν άρχισα να πανικοβάλλομαι. Ξανατράβηξα το χέρι μου με περισσότερη δύναμη, το ελευθέρωσα, και του έριξα μια δυνατή σπρωξιά. Ο γέρος έπεσε κάτω στην άσφαλτο, μα, για κάποιο λόγο που ακόμα δε μπορώ να εξηγήσω, δεν το έβαλα στα πόδια, έμεινα εκεί, στο ίδιο σημείο, σχεδόν πετρωμένος… «Άσε με ήσυχο!» του φώναξα. Εκείνος σηκώθηκε με δυσκολία και έτρεξε – όσο μπορούσε να τρέξει – κατά πάνω μου. Τον ξαναέσπρωξα και ξαναέπεσε κάτω. «Τι θέλεις από μένα;» τον ρώτησα σχεδόν κλαίγοντας. Ο γέρος, χωρίς να δώσει καμία σημασία στα λόγια μου, ξανασηκώθηκε, μα αυτή τη φορά κρατώντας ένα άδειο μπουκάλι μπύρας στο δεξί του χέρι, με στόχο να το προσγειώσει στο κεφάλι μου. Φυσικά δεν τα κατάφερε. Όταν έφτασε σε απόσταση αναπνοής, γράπωσα τον καρπό του χεριού του και με το άλλο μου χέρι του έριξα μια γροθιά στο στομάχι. Άφησε το μπουκάλι μπύρας να πέσει κάτω και να σπάσει σε κομμάτια, και με τις παλάμες του τύλιξε το σημείο που τον είχα χτυπήσει. Ήξερα πως πλέον δε μπορούσε να μου κάνει τίποτα… Του έριξα άλλη μια γροθιά όσο ήταν σκυμμένος πάνω απ’ το στομάχι του, μα αυτή τη φορά στη μύτη. Την έσπασα… Κύλησε αίμα πηχτό και σκούρο, ποτισμένο με ουσίες. Ο γέρος έπεσε στα γόνατα και άρχισε να κλαίει με βουβούς λυγμούς. Τον ξαναχτύπησα στο πίσω μέρος του κεφαλιού και τον σώριασα κάτω. «Βρωμοπρέζακα!» φώναξα και του έριξα μια δυνατή κλωτσιά στα πλευρά. Εκείνος έσκουξε φωναχτά. «Πουτάνας γιε!» ξαναφώναξα και ξανακλώτσησα. Ο γέρος ήταν αναίσθητος. «Άσε με ήσυχο καριόλη!» φώναξα για μια τελευταία φορά, πριν αρπάξω ένα άλλο μπουκάλι μπύρας που ήταν πεταμένο δίπλα του και του το φέρω στο κεφάλι, όχι μια, αλλά τουλάχιστον τρεις φορές. Το κρανίο του άνοιξε στα δυο σαν όστρακο. «Άσε με ήσυχο,» ψέλλισα πριν ακόμα καταλάβω τι είχε γίνει – τι είχα κάνει…
   Έμεινα πάνω απ’ το σώμα του για ώρα, μαρμαρωμένος και θολωμένος. Ο γέρος δεν κουνιότανε καθόλου. Έσκυψα προσεκτικά κάτω στο δρόμο και γύρισα το γεμάτο αίματα κορμί του ανάσκελα. Τα μάτια του ήταν ακόμα ανοιχτά και με κοιτούσαν, μα πλέον δεν υπήρχε ούτε μίσος, ούτε κακία μέσα τους. Πλέον δεν υπήρχε τίποτα… Προσπάθησα να καταλάβω αν είχε σφυγμό. Δεν είχε…
Ναι, θυμάμαι ακόμα πολύ καλά τον ψυχρό αέρα που φύσηξε εκείνη τη στιγμή στην οδό Αλεξάνδρου. Θυμάμαι και το φως του μισογεμάτου φεγγαριού που έπεφτε στα άδεια μάτια του. Θυμάμαι και τις κηλίδες μαύρου αίματος στην άσφαλτο… Το άψυχο του πτώμα… Το μόνο που δε θυμάμαι… είναι τι έκανα μετά…
©Αλέξανδρος Ζεν
Image Source: Chase Bickel 
Advertisements