Mario Benedetti, Η Ανακωχή

by SF

(α π ό σ π α σ μ α)

Το δεξί μου χέρι είναι ένα χελιδόνι
Το αριστερό μου χέρι είναι ένα κυπαρίσσι
Το κεφάλι μου από μπροστά είναι ένας κύριος ζωντανός
Και από πίσω ένας κύριος νεκρός
VICENTE HUIDOBRO

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου

Λείπουν μόνο έξι μήνες και εικοσιοκτώ μέρες για να είμαι σε θέση να πάρω σύνταξη. Πάνε τουλάχιστον πέντε χρόνια που κάνω αυτόν τον καθημερινό υπολογισμό του εργάσιμου χρόνου που μου απομένει. Πραγματικά, έχω τόση ανάγκη από ελεύθερο χρόνο; Λέω στον εαυτό μου ότι όχι, ότι δεν είναι ο ελεύθερος χρόνος αυτό που έχω ανάγκη, αλλά το δικαίωμα να δουλεύω σ’ αυτό που θέλω. Για παράδειγμα; Η κηπουρική, ίσως. Είναι καλή ως χαλαρωτική άσκηση τις Κυριακές, για να αντισταθμίσει την καθιστική ζωή, καθώς επίσης και ως μυστική άμυνα απέναντι στην μελλοντική και εγγυημένη μου αρθρίτιδα. Φοβάμαι, ωστόσο, ότι δεν θα μπορούσα να την αντέξω σε καθημερινή βάση. Η κιθάρα, μπορεί. Νομίζω πως θα μου άρεσε. Πρέπει να είναι κάπως θλιβερό, πάντως, να ξεκινάει να μάθει κανείς σολφέζ στα σαρανταεννιά του χρόνια. Γράψιμο; Ίσως να μην τα πήγαινα άσχημα, τουλάχιστον ο κόσμος συνηθίζει να διασκεδάζει με τα γράμματα μου. Και τι μ’ αυτό; Φαντάζομαι τη βιβλιογραφική σημειωσούλα σχετικά με τις «αξιοσέβαστες αξίες αυτού του νέου συγγραφέα που αγγίζει τα πενήντα» και μόνο η πιθανότητα αυτή μου προκαλεί αηδία. Το ότι εγώ νιώθω ακόμα μέχρι σήμερα αφελής και ανώριμος (έχω, με άλλα λόγια, μόνο τα ελαττώματα και καμιά από τις αρετές της νεότητας) δεν σημαίνει ότι έχω το δικαίωμα να εκθέτω αυτήν την αφέλεια και την ανωριμότητα. Είχα μια ξαδέρφη γεροντοκόρη που κάθε φορά που έφτιαχνε ένα γλυκό το έδειχνε σε όλους μ’ ένα μελαγχολικό και παιδιάστικο χαμόγελο που είχε μείνει κρεμασμένο στα χείλη της από την εποχή που έκανε τα γλυκά μάτια στον μοτοσικλετιστή αγαπητικό της που λίγο αργότερα σκοτώθηκε σε μια από τις τόσες «Στροφές του Θανάτου» που έχουμε. Εκείνη ντυνόταν όπως έπρεπε, όλα σύμφωνα με τα πενήντα τρία της χρόνια. Σ’ αυτό και σ’ όλα τα υπόλοιπα ήταν διακριτική, ισορροπημένη• εκείνο το χαμόγελο, όμως, απαιτούσε, αντίθετα, τη συνοδεία από τα φρέσκα χείλη, το στιλπνό δέρμα, τα καλλίγραμμα πόδια μιας εικοσάχρονης. Ήταν μια αξιολύπητη έκφραση, μόνο αυτό, μια έκφραση που δεν έφτανε ποτέ να μοιάζει γελοία γιατί σ’ αυτό το πρόσωπο υπήρχε, εκτός των άλλων, καλοσύνη. Πόσες λέξεις μόνο για να πω πως δεν θέλω να μοιάζω αξιολύπητος.
 
Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου
Για να μπορώ να αποδώσω σε ανεκτό βαθμό στο γραφείο πρέπει να αναγκάσω τον εαυτό μου να μην σκέφτεται ότι οι μέρες του ελεύθερου χρόνου μου είναι σχετικά κοντά. Σε αντίθετη περίπτωση, τα δάχτυλα μου συσπώνται και τα στρογγυλά γράμματα με τα οποία πρέπει να γράψω τις επικεφαλίδες μου βγαίνουν στραβά και άχαρα. Τα στρογγυλά γράμματα είναι το μεγαλύτερό μου γόητρο ως δημόσιος υπάλληλος. Επιπλέον, οφείλω να το ομολογήσω, μου προκαλεί ευχαρίστηση ο σχεδιασμός ορισμένων γραμμάτων, όπως το κεφάλαιο Μ ή το μικρό Β στα οποία έχω τολμήσει κάποιες καινοτομίες. Αυτό που μισώ λιγότερο είναι το μηχανικό μέρος, η ρουτίνα της δουλειάς μου: το να επαληθεύω μια εγγραφή σ’ έναν προϋπολογισμό τον οποίο έχω συντάξει χιλιάδες φορές, το να πραγματοποιήσω έναν ισολογισμό και να βρω ότι όλα είναι εντάξει, ότι δεν υπάρχει υπόλοιπο που πρέπει να ψάξω. Αυτού του τύπου η εργασία δεν με κουράζει γιατί μου επιτρέπει να σκέφτομαι άλλα πράγματα, μέχρι και (γιατί να μην το ομολογήσω σ’ εμένα τον ίδιο;) να ονειρεύομαι. Είναι σαν να χωρίζουμε σε δυο ανόμοιες, αντιθετικές, ανεξάρτητες οντότητες: μια που ξέρει να κάνει τη δουλειά της από μνήμης, που κατέχει στο μάξιμουμ τους αστάθμητους παράγοντες και τις παρεκκλίσεις της, που είναι σίγουρη για το πού πατάει, και η άλλη, ονειροπόλα και πυρετώδης, απογοητευτικά παθιασμένη, ένας θλιμμένος τύπος που, ωστόσο έχει, είχε και θα έχει κλίση προς τη χαρά, ένας αφηρημένος που δεν τον νοιάζει προς τα πού φυσάει ο άνεμος, ούτε τί γράφει το μπλε μελάνι που σε οχτώ μήνες θα γίνει μαύρο.
Στη δουλειά μου το ανυπόφορο δεν είναι η ρουτίνα. Είναι το νέο πρόβλημα που εμφανίζεται, η παραγγελία που έρχεται απρόσμενη απ’ αυτό το Διευθυντήριο: φάντασμα που κρύβεται πίσω από συμφωνητικά, διατάξεις και μποναμάδες, η επιτακτική ανάγκη με την οποία ζητείται μια αναφορά ή μια αναλυτική κατάσταση ή μια μελέτη εξεύρεσης πόρων. Τότε λοιπόν, καθώς πρόκειται για κάτι εκτός ρουτίνας, τα δυο μου μέρη πρέπει να δουλέψουν μαζί για το ίδιο πράγμα. Δεν μπορώ πια να σκεφτώ αυτά που θέλω και η κούραση κάθεται πάνω στην πλάτη και το σβέρκο μου σαν πορώδες έμπλαστρο. Τι με νοιάζουν τα πιθανά κέρδη του τίτλου Περνός ντε Πιστόν στο δεύτερο εξάμηνο του προτελευταίου χρόνου; Τι με νοιάζει ο πιο πρακτικός τρόπος για να πετύχει κανείς τη μείωση των Γενικών Εξόδων;
Η σημερινή ήταν μια ευτυχισμένη μέρα. Μόνο ρουτίνα.
*
©Μετάφραση της Νάνσυς Αγγελή, την άνοιξη του 2012
Mario Benedetti. Ουρουγουανός αφηγητής, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας γεννήθηκε το 1920 στο Πάσο δε λος Τόρος, επαρχία Τακουαρεμπό, και πέθανε το Μάιο του 2009. Ήταν μια από τις πιο αντιπροσωπευτικές μορφές της φιλολογικής γενιάς του ’45 και, πάνω απ’ όλα, ο χρονικογράφος του Μοντεβιδέο. Εξελίχθηκε από την «ποιητική ηθογραφία» σε μια θεματολογία που ανακλά την πολιτική συνειδητοποίηση του συγγραφέα και των χαρακτήρων του. Στο αφηγηματικό του έργο χρησιμοποιεί την ψυχολογική ανάλυση και, συγχρόνως, προβάλλει διακριτικά τη μεταφυσική αγωνία του ανθρώπου, απουσία κάθε υπερβατικού στηρίγματος. Η πιο δημιουργική πλευρά της γραφής του συνιστάται στη χρήση μια απλής γλώσσας η οποία, μακράν κάθε εκζήτησης και ωραιοπάθειας, παραμένει ωστόσο βαθύτατα ποιητική.
Advertisements