Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Χιλιανός παπαγάλος

by SF

Ο Πάμπλο μια σπουδαία ρωγμή στα ερείπια της Χιλής. Ο Πάμπλο γερμένος σαν Ιρλανδός έφηβος στους λόφους του Σαντιάγο, μυρίζοντας το χορτάρι και τη δροσιά της τελειωμένης μέρας. Ο Πάμπλο, ο Μπολιβάρ του Νίκου Εγγονόπουλου γεννημένος κάτω από λατινικούς ουρανούς. Ο Πάμπλο που γράφει στίχους για τη νεκρή, τη λησμονημένη, τα αμπέλια του στήθους, του εφηβαίου τα ρόδα. Με τη συρτή και λυπημένη φωνή του σπαράζει τη νυχτερινή πόλη, μες στις λεωφόρους το ψυχωμένο, το θερμό σώμα του Πάμπλο που λιώνει τα δέντρα και τους ανέμους. Αναριχώμενοι οικισμοί ως ψηλά στις χιλιανές κορφές, παντού το όνομα σου Πάμπλο. Γραμμένο σε τοίχους, χαραγμένο στα δέντρα, το όνομά σου μες στα νερά των πηγαδιών. Από το Παράλ ως το Σαντιάγο η ευεργετική σου μορφή Πάμπλο, οι ασπρόμαυρες ρωπογραφίες του Παρισιού από τους εξώστες, τα κόκκινα χώματα βαθιά μες στα μάτια, ορίζοντες από σιένα.Τα πέτρινα σπίτια του Σαντιάγο, τα παιδιά που σκοτώνονται μες στα υπόγεια, παλιά σαγματοποιεία και οι ανεμικές που σκορπούν τις στιχογραφίες του σε όλες τις προοπτικές.

      Ο Πάμπλο ραγισμένος από τους δυτικούς ήλιους, ο Πάμπλο που αγαπά τους κόνδορες και τα ευλογημένα πουλιά του λατινικού κόσμου. Εκείνος που ονειρεύεται τις λευκές γυναίκες, τα φιλημένα γόνατα της Παναγιάς, τα ολότελα λησμονημένα ηλιοβασιλέματα. Όταν εκείνη χανόταν μες στις φλαμανδικές, τις βαθιές λίμνες. Ο Πάμπλο που εισβάλλει στην πόλη από όλα της τα σύνορα, κοπάδι πουλιά ο άνδρας εκείνος. Σπάζουν τα παράθυρα, οι τοίχοι και τα γύψινα προσωπεία, ο Πάμπλο πάνω από τα επιτοίχια ρολόγια, πέρα από τις πόλεις και τις κλεισμένες πόρτες. Ο Πάμπλο μια σήραγγα, η μοναξιά των βουνών και η επιβολή τους στην προικισμένη του φωνή. Ένας στερνός Μπολιβάρ κάτω από χρόνια χαρταετούς, μια γερή, σωσμένη γέφυρα ανάμεσα στα χέρια μας, ο άγιος άνθρωπος Πάμπλο, ψυχή βγαλμένη από τους ναούς των Αζτέκων, γνωρίζοντας τις πύλες και τις εξαρθρωμένες κραυγές του Σαντιάγο.
      Είδαν τον Πάμπλο. Ο άνδρας δίχως τιμαλφή, με το χαμόγελο του μόχθου του βαδίζει ανάμεσα στα δέντρα. Χρισμένος όπως τα ασβεστωμένα σπίτια και οι γυναίκες των πολλών. Βαδίζει ανάμεσα στα άγρια δάση, έπειτα κυνηγημένος, στις σαβάνες της οδού Πατησίων. Κρατεί στα χέρια του τον ελληνικό ερωτιδέα. Ο νεαρός θεός, ο ηνίοχος δίχως τ’ άρμα του που απλώνει τα παιδικά και αδέξια χέρια. Ο Πάμπλο στις κακόφημες συνοικίες της οδού Ιουλιανού, ο Πάμπλο με ένα φωσφορικό φως καλά κρατημένο στα δόντια βλέφαρα.
      Ενός λεπτού σιγή από τον ποιητή Πάμπλο, για τον σκοτωμένο ήρωα, για τον στρατηγό που σέρνεται χτυπημένος κοντά στα σύνορα του Μεξικού, για τον Ρεινάλντο που φυλακίζεται μες στη νύχτα από τους στρατιώτες και γράφει επιστολές ως το τέλος του κόσμου. Για τις ερωτικές νοσταλγίες, τις αγαπημένες αμμουδιές. Ενός λεπτού σιγή από τον ποιητή Πάμπλο για τους ορθόδοξους ήρωες της νύχτας, τα κόκκινα κορίτσια, τους σκοτωμένους, απόκρημνους βράχους. Εκείνα τα παιδιά που τάφηκαν απελπισμένα στους ομαδικούς τάφους των επαρχιών. Σπασμένες σιαγόνες σκύλων και σκελετοί παιδικοί από τους πιο σκοτεινούς καιρούς. Οι επίδεσμοι που κρέμονται από τα χέρια του Πάμπλο είναι οι σημαίες της ειρήνης και της ελπίδας και οι φανταχτεροί, χιλιανοί παπαγάλοι από τις κοιλάδες. Ο Πάμπλο Νερούδα που προσκυνά την Σάντα Λουσία, ο ποιητής στον αυτοκινητόδρομο Παναμερικάνα ορθώνοντας αντιανεμικά και οδοφράγματα, ύστερα στον ιππικό όμιλο μες στο κουρνιαχτό. Ένας θεός που τραβά κατά την Ελευσίνα μέσα από τα κτήματα των βιομηχανιών και τους ρόδινους προμαχώνες.
      Ο Πάμπλο δεν χάθηκε μες στα παραπλανημένα χρώματα. Ο Πάμπλο είναι ένα φεγγαρένιο πρόσωπο πάνω ακριβώς από τους κόσμους. Ο Πάμπλο, ο στερνός των πανσελήνων ανθρώπων και οι μακρινές αγάπες μας. Ο Πάμπλο με τους κεραυνούς στα χέρια που γράφει στίχους, μηνύματα σωτηρίας, τσεκούρι ακοίμητο με την αιχμή και την πυρόχρωμη σκουριά του.
        Καθεδρικέ Πάμπλο Νερούδα, ακοίμητε φρουρέ, πρόσοψη εσύ των παλατιών, με το σφιγμό των Ίνκας και το τραγούδι του νεαρού Κόνδορα.

© Απόστολου Θηβαίου
Φωτογραφία: Πάμπλο Νερούδα, ειδική επεξεργασία Στάχτες

Advertisements