Μπελίκα-Αντωνία Κουμπαρέλη, Η Ζαργάνα

by SF

Από μικρή της άρεσε να χώνεται στην κουζίνα. Έπλενε πιάτα στο νεροχύτη, τα έβαζε στη στεγνώστρα, παρακολουθούσε τη μάνα της να μαγειρεύει και απ’ τα οχτώ της άρχισε να μαγειρεύει. Η οικογένεια άναυδη απ’ τη μαεστρία της. Ακόμα και στο σχολείο μαθεύτηκε. Όταν η δασκάλα πήγε να τους εξηγήσει τι είναι τα μακαρόνια, η Νικολέτα σήκωσε το χέρι.

    «Τι ‘ναι, παιδί μου, τι θες;»
   «Κυρία, τα μακαρόνια θέλουν λίγο λάδι στο νερό που βράζει για να μη κολλήσουν», είπε και δεν ξαναμίλησε.
   Στις εκθέσεις, από δω to πήγαινε από ‘κει το ‘φερνε, έγραφε και τι μαγείρεψε για την οικογένειά της. Κάποια στιγμή, η δασκάλα δεν άντεξε, κάλεσε τη μάνα της στο σχολείο. Την πέρασε από ανάκριση.
  Και πότε προλαβαίνει να παίξει; Μα το μαγείρεμα είναι το παιχνίδι της. Και πότε διαβάζει; Μαγειρεύοντας. Και εσείς που είσαστε; Εγώ είμαι στη δουλειά. Και τα αδέλφια της; Τα αδέλφια της είναι μεγαλύτερα. Και μαγειρεύει για την οικογένεια; Ναι, για ποιον να μαγειρεύει; Και τι θα γίνει αυτό το παιδί; Τι θέλετε να γίνει, απ’ την τρίτη δημοτικού θ’ αποφασίσει η κόρη μου;
    Η δασκάλα έμεινε με την εντύπωση ότι η Νικολέτα βασανίζεται σ’ ένα σπίτι με άστοργους γονείς κι η μάνα της με την εντύπωση ότι η δασκάλα θέλει την κόρη της για μαγείρισσα. Η ίδια η Νικολέτα συνέχισε να μαγειρεύει σε όλο το δημοτικό, το γυμνάσιο, το λύκειο, το πανεπιστήμιο. Σπούδασε νομικά γιατί κατά τη γνώμη της τα μαγειρέματα των νόμων είχαν την ίδια γοητεία με τα μαγειρέματα των τροφών.
   Φυσικά τραβούσε τ’ αρσενικά όπως η μέλισσα το μέλι. Κάτι οι στρογγυλάδες της, κάτι οι κουβέντες της, ειδικά όταν έλεγε τι μαγείρεψε, κάτι τα γέλια της, οι άντρες τρελαίνονταν για τη Νικολέτα και η Νικολέτα για τους άντρες. Όλοι την παίνευαν για τη μυρωδιά της – ένα μίγμα αρώματος, σαπουνιού και κάτι άλλο, απροσδιόριστο. Ούτε η ίδια ήξερε ποιο ήταν το τρίτο συστατικό της μυρωδιάς της, αλλά της το είχαν πει τόσες φορές που πίστευε ότι όντως υπάρχει.
   Γύριζε τα βράδια στο σπίτι, έβαζε να μαγειρέψει για την επόμενη μέρα και σκεφτόταν απορημένη τι είναι το τρίτο, το απροσδιόριστο της μυρωδιάς της, ποιος θα το βρει να της το πει. Πήρε το πτυχίο της στη Νομική, έπιασε δουλειά, ασκούμενη σ’ ένα δικηγορικό γραφείο, δεν της άρεσε, ήθελε τα δικαστήρια, τη βαβούρα, τον κόσμο, το μαγείρεμα των νόμων. Η οικογένειά της διαμαρτυρόταν, ήταν πια εικοσιεφτά και πουθενά γαμπρός στον ορίζοντα.
   Ο Γρηγόρης ήρθε στο σπίτι τους, τραβηγμένος απ’ τις μυρωδιές. Στην αρχή, μόλις τέλειωνε απ’ την οικοδομή, στεκόταν στην ταράτσα της πολυκατοικίας που έχτιζε και οσμιζόταν να καταλάβει από πού προέρχονταν. Στο μήνα, συσχέτισε τη Νικολέτα με τα μαγειρέματα. Μισή ώρα αφότου έμπαινε στο σπίτι της, άρχιζε η λιγούρα του. Τα κουβέντιασε με τη μάνα του, ρώτησε και στη γειτονιά, μόνο καλά λόγια άκουσε, πήγε και τη ζήτησε.
   Ήταν ένα βράδυ που η Νικολέτα, συγχυσμένη απ’ το γραφείο γιατί δεν την άφησαν να παραστεί σε μια δίκη, δήλωσε παραίτηση και γύρισε νωρίτερα να μαγειρέψει μουσακά και σαραγλί. Ο Γρηγόρης χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού της, έτοιμος να λιποθυμήσει. Του άνοιξε ο πατέρας της κι έμεινε να τον κοιτάζει. Κρατούσε γλαδιόλες κι ένα κουτί πάστες. Τον πέρασαν στο σαλόνι. Μάνα και πατέρας έκατσαν και τον άκουσαν αποσβολωμένοι. Ήταν αρχιτέκτονας, παρακολουθούσε τη Νικολέτα ενάμιση μήνα, έχτιζε την απέναντι πολυκατοικία, ήθελε να την παντρευτεί.
   «Δηλαδή, αγαπιόσαστε;» ρώτησε συγκινημένη η μάνα της.
   «Θα αγαπηθούμε μετά το γάμο», μουρμούρισε.
   Σε λίγο κατέφθασαν και τ’ αδέλφια της. «Ό,τι πει η Νικολέτα», κατέληξαν.
  Η ίδια άργησε να εμφανιστεί στο σαλόνι. Κανείς δεν την είχε ενημερώσει, εξάλλου έφτιαχνε το σιρόπι για το σαραγλί κι απαγόρευε να τη διακόψουν. Έκατσαν να φάνε, χωρίς να της εξηγήσουν ποιος είναι ο Γρηγόρης. Αυτή ήταν η συμφωνία, έμπνευση του πατέρα της. «Αν σε σερβίρει πρώτο, σημαίνει ότι της αρέσεις».
  Και τον σερβίρισε πρώτο. Μετά το φαγητό, βγήκαν έξω οι δυο τους να μιλήσουν. Της εξηγήθηκε. «Μυρίζεις άρωμα, σαπούνι και κανέλα, είμαι σίγουρος, έτσι μύριζε η γιαγιά μου, ήταν απ’ τη Σμύρνη».
  Η Νικολέτα ενθουσιάστηκε. Σ’ ένα τρίμηνο παντρεύτηκαν. Εκτός από καταπληκτική μαγείρισσα αποδείχτηκε και καταπληκτική ερωμένη. Ο Γρηγόρης δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει σπίτι του, να δει τι φαγητό του έφτιαξε και με τι αμφίεση. Γιατί η Νικολέτα απ’ τη στιγμή που έφυγε απ’ το πατρικό της και παράτησε τη δικηγορία, κάθισε και το σκέφτηκε. Ναι, ο έρωτας περνάει απ’ το στομάχι, αλλά πριν το στομάχι είναι τα μάτια, άρα, πρέπει να τον έχω μονίμως σε διέγερση. Τη μια του έκανε παστίτσιο με δαντελένιο κορμάκι και ζαρτιέρες, την άλλη γουρουνόπουλο με διάφανα πέπλα, την παράλλη κολιούς πλακί με τσαντόρ, ό,τι κατέβαζε ο νους της, ό,τι διάβαζε στα περιοδικά, ό,τι άκουγε στην τηλεόραση, όλα τα ‘κανε, όλα τα απολάμβανε ο Γρηγόρης. Μόνο παιδιά δεν έκαναν. Ο άντρας της έλεγε, «καλύτερα οι δυο μας, αν γεννήσεις, θα με βάλεις στην άκρη», όμως η Νικολέτα σκεφτόταν πως μεγαλώνοντας, το παιδί κρατάει την οικογένεια, κι ας διαλύει το ζευγάρι, κουβέντα της η μάνας της.
   Κρυφά απ’ το Γρηγόρη έτρεξε στους γιατρούς. Όλοι της έλεγαν το ίδιο πράγμα: «Δε φταίτε εσείς, κυρία μου, να εξεταστεί και ο σύζυγος». Δεν διανοήθηκε να του το πει.
   Στα τριάντα-εφτά της που γιόρταζαν δέκα χρόνια γάμου, έκανε άλλο ένα λουκούλλειο γεύμα για τους δικούς της και την πεθερά της. Τους κάλεσε απ’ το μεσημέρι της Κυριακής, να τους περιποιηθεί ως το βράδυ. Και τι δεν τους μαγείρεψε. Ψάρια, κρέατα, σάλτσες, ζυμαρικά, ατζέμ πιλάφι, πίτες, σαλάτες γλυκά, παγωτό σπιτικό, μέχρι και ψωμί είχε ψήσει. Το κρασί έρεε άφθονο. Ο Γρηγόρης έφερε κι έναν συνάδελφο, ένα γεροντοπαλίκαρο που αναστέναζε παραπονεμένα σε κάθε μπουκιά, λέγοντας, «α, ρε τυχεράκια που βρήκες στα πενήντα σου τέτοια ζαργάνα!» ρίχνοντας θαυμαστικές ματιές στην Νικολέτα.
  Το βράδυ όταν έφυγαν όλοι με τα ταπεράκια τους, «μην πάει χαμένο, αμαρτία είναι», ο Γρηγόρης ζήτησε απ’ την Νικολέτα ένα ακόμα κομμάτι τούρτα σοκολάτα. Κι όπως το έτρωγε στο κρεβάτι, ενώ η Νικολέτα φορούσε μια ρομπίτσα νοσοκόμας να του κάνει τα κόλπα της, πέθανε με το κουτάλι στο στόμα.
  Μπήκε η Νικολέτα στην κρεβατοκάμαρα να τη δει, να της ορμήσει και τον βρήκε να κοιτάζει την τούρτα, καθιστός στο κρεβάτι, με το κουτάλι στο στόμα. Τον πλησίασε, του το πήρε, μα ο Γρηγόρης εκεί, να κοιτάζει το πιατάκι με σκυφτό κεφάλι. Έκατσε απέναντί του, πήρε το πιατάκι, έφαγε την υπόλοιπη τούρτα με το κουτάλι του κι έβαλε τα κλάματα.
  «Πάει, ο Γρηγόρης!» φώναξε στο άδειο σπίτι, γύρισε στην κουζίνα κι ορκίστηκε ότι δεν θα ξαναμαγειρέψει στη ζωή της.
   Στην κηδεία ξαναείδε το φίλο του που την είπε ‘ζαργάνα’ εκείνη την αποφράδα Κυριακή. Άρχισαν να βγαίνουν κρυφά λόγω πένθους. Ένα χρόνο, κρυφά. Η πρώην πεθερά της τους τσάκωσε σε μια ταβέρνα στη Σαλαμίνα. Η Νικολέτα με τον Παντελή, η πεθερά με μια παρέα απ’ τα ΚΑΠΗ Γλυφάδας.    Κόντεψαν να πάθουν ταμπλά και οι δύο.
   Την επομένη αριβάρισε σπίτι της. Η Νικολέτα περίμενε κατάρες. Όμως η κυρία Ευθυμία είχε μάτια κι έβλεπε. Η νύφη της παραήταν μικρή και νόστιμη, κρίμα να μείνει μόνη της, το ήξερε κι απ’ τον εαυτό της, στα δεκαοχτώ έμεινε χήρα, στα εικοσιδύο ξαναπαντρεύτηκε κι έκανε το Γρηγόρη και τώρα, στα εβδομήντα-πέντε, αν της τύχαινε κάνας κοτσονάτος δε θα έλεγε όχι.
   «Νικολέτα, μια ερώτηση έχω παιδί μου».
   «Ναι, μάνα».
   «Εσύ δεν έκανες παιδιά, ή ο γιος μου;»
   Η Νικολέτα τη σερβίρισε κανταΐφι απ’ τα χεράκια της και σκέτο καφέ. Δεν ήθελε να την πληγώσει. «Μάνα, θα ξαναπιάσω δουλειά. Δε μου πάει να παίρνω τη σύνταξή του…»
   «Να πιάσεις δουλειά και να παίρνεις και τη σύνταξη. Απάντησέ μου».
   «Ο Γρηγόρης μάνα, αλλά δεν του το ‘πα ποτέ».
  «Μπράβο, κόρη μου». Έφαγε το κανταΐφι της κι έφυγε. Στην εξώπορτα της έδωσε την ευχή της.
«Ήσουνα καλή νύφη… η ζωή προχωράει… καλή τύχη».
   Στο δεύτερο χρόνο, ο Παντελής ζήτησε απ’ τους δικούς της. Αυτή τη φορά δεν ήταν μόνο οι γονείς της και τα τρία αδέλφια της. Ήταν και οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους. Τον άκουγαν προσεκτικά δεκατέσσερα άτομα. Η Νικολέτα βρισκόταν και πάλι στην κουζίνα – δεν τον κράτησε τον όρκο της, μαγείρευε.
  Ο Παντελής ήθελε παιδιά απ’ τη ζαργάνα του και στον τρίτο χρόνο τον πέτυχαν το γιο. Χαράς ευαγγέλια για τη Νικολέτα. Παράτησε το δικηγορικό γραφείο, ρίχτηκε στον κανακάρη της, τον άντρα της, τα σόγια τους, τις μαγειρικές της. Η αγάπη ξεχείλιζε από μέσα της στις κατσαρόλες και τα ταψιά της. Μέχρι και η πρώην πεθερά της ξαναγύρισε στο σπίτι που μοσκοβολούσε κανέλα, κύμινο, καμένη ζάχαρη, ζυμωτό ψωμί. Τις Κυριακές γινόταν πανηγύρι. Η Νικολέτα ξανάκανε τα κόλπα της και στον Παντελή. Τη μια ντυνόταν πουτάνα, την άλλη καλόγρια, την παράλλη μαθήτρια, μόνο νοσοκόμα δεν ξαναντύθηκε, το είχε γρουσουζιά.
  Ο Παντελής έπλεε σε πελάγη ευτυχίας και οι δουλειές του άνθιζαν. Ποιος δε θέλει έναν κεφάτο αρχιτέκτονα, ποιος δε θέλει μια σύζυγο του αρχιτέκτονα που σε καλεί σε λουκούλλεια γεύματα;
Το ζευγάρι απέκτησε και εξοχικό και σκάφος και δεύτερο αυτοκίνητο και φυσικά ο μικρός πήγε σε ιδιωτικό σχολείο. Στα πέντε του χρόνια εμφάνισε τα μαγειρικά ταλέντα της μάνας του και τα αρχιτεκτονικά του πατέρα του. Οι δάσκαλοι άναυδοι απ’ το παιδί-θαύμα, οι γονείς του σεμνοί, «δεν έγινε και τίποτα», μουρμούριζαν και τον άφηναν να μαγειρεύει και να σχεδιάζει κατά βούληση.
  Όταν ο Γιωργάκης δήλωσε ότι δε θέλει να σπουδάσει, δεν έφεραν αντίρρηση. Τους έφερε μια κοπέλα, της έκαναν το τραπέζι κι ύστερα ο Παντελής σχολίασε ότι, «δεν θα κρατήσει αυτή η σχέση, αυτή δεν είναι ζαργάνα», χωρίς να ξέρει ότι τον άκουσε ο γιος του.
  Απ’ την άλλη μέρα, τους ανακοίνωσε ότι για να τους ξεκουράσει και να τους ευχαριστήσει που δέχτηκαν την κοπέλα του, θα τους μαγείρευε αυτός από δω και στο εξής. Το δέχτηκαν. Η Νικολέτα γιατί δεν προλάβαινε αφού τα δύο τελευταία χρόνια έτρεχε με τις αρρώστιες των γονιών της κι ο Παντελής γιατί όταν κλεινόταν στην κουζίνα, την έχανε.
  Μόνο που στη βδομάδα πάνω αρρώστησαν με τροφική δηλητηρίαση, έτσι είπε ο γιατρός που κάλεσαν.
  «Τι έβαλες Γιωργάκη στο φαί;» ρώτησε η μάνα του μόλις σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι.
  «Ό,τι βάζεις κι εσύ, μαμά».
  Όμως η Νικολέτα ήταν σίγουρη ότι κάτι τρέχει. Έπιασε και τ’ αυτί της μια συζήτηση του κανακάρη της με τη φιλενάδα του όπου γελούσαν κι έλεγαν πως αν πεθάνουν οι γέροι του θα ξεκοκαλίζουν μέχρι τα δισέγγονά τους την περιουσία τους.
 Δε μίλησε. Όμως φρόντιζε να ταΐζει τον Παντελή μόνο στο γραφείο του. Μια δυο φορές ξεγελάστηκε σαν μάνα κι είπε μέσα της ότι κολάζεται άδικα, αποκλείεται να τους το κάνει αυτό ο λεβέντης τους, αλλά ξερνούσαν όλη νύχτα.
  Τελικά τη βρήκε τη λύση. Θα καλούσε Κυριακή τη φιλενάδα του για φαγητό, μαζί με το υπόλοιπο σόι, ένδειξη ότι την εγκρίνουν.
  «Ζαργάνα μου, θα μαγειρέψεις εσύ;» ρώτησε ο Παντελής και η γυναίκα του σιγούρεψε ότι κι αυτός είχε τις ίδιες υποψίες.
  Ήρθαν όλοι. Οι γονείς τους, τα αδέλφια της, τα ανίψια της, δυο αρχιτέκτονες με τις γυναίκες τους, η πρώην πεθερά της. Ο γιος της έφυγε στις 11 και γύρισε στις 1 με την κοπέλα του. Έκατσαν στο τραπέζι. Η Νικολέτα τους έδινε τα πιάτα ένα-ένα. Πρώτη και καλύτερη σερβίριζε τη νύφη, όπως έλεγαν οι υπόλοιποι γελώντας, και στεκόταν από πάνω της να σιγουρευτεί ότι θα δοκιμάσει. Η νύφη δοκίμαζε κι αναστέναζε. Οι άλλοι την περίμεναν ν’ αποφανθεί με υγρά μάτια απ’ τη λιγούρα.
  Άμα απόφαγαν, τους πέρασε στο σαλόνι να τους κεράσει τούρτα σοκολάτα, κανταΐφι και σαραγλί. Η νύφη πάλι δοκίμασε πρώτη, λίγο απ’ όλα πίνοντας καφέ.
  Έπιασαν τα τραγούδια και το χορό. Σε μια στιγμή ο γιος τους σηκώθηκε όρθιος και τους ανακοίνωσε ότι θέλει ν’ αρραβωνιαστεί.
   «Να ζήσετε! Να ζήσετε!» ευχήθηκαν όλοι.
  Ο Παντελής δήλωσε ότι την άλλη Κυριακή θα καλούσαν και τους γονείς της κοπέλας για να περάσουν βέρες. Κιχ για την ανεργία και των δυο τους. Μόνο η γιαγιά είπε ένα, «άντε να βρείτε και δουλίτσα» και ο Γιωργάκης την αγριοκοίταξε.
  Η Νικολέτα ζήτησε απ’ τη νύφη της να τη βοηθήσει στο μάζεμα. Η κοπέλα σηκώθηκε κρατώντας την κοιλιά της.
  «Πονάς;» τη ρώτησε μόλις βρέθηκαν μόνες τους στην κουζίνα.
  «Ναι».
  «Ωραία. Σε μία ώρα θα έχεις πεθάνει. Πλύνε τα πιάτα τώρα». Είχε βάλει στον καφέ της καθαρτικό και κρατιόταν να μη σκάσει στα γέλια.
  Η μικρή δεν την πίστεψε. Σε μία ώρα την έπιασαν οι σπασμοί. Μπροστά στα μάτια όλων. Ο γιατρός διέγνωσε ανακοπή από τροφική δηλητηρίαση.
   «Μα πώς; Αφού όλοι τα ίδια φάγαμε», μουρμούριζαν αποσβολωμένοι οι συγγενείς.
  Στη νεκροψία διαπιστώθηκε ότι δηλητηριάστηκε από μανιτάρια. Όμως στο τραπέζι δεν υπήρχαν μανιτάρια κι ο γιος τους είπε στο σόι ότι πριν συναντηθούν στις 11, η κοπέλα του είχε φάει τηγανητά μανιτάρια σπίτι της. Η Νικολέτα έκλαιγε στην κηδεία αγκαλιά με την παρ’ ολίγο συμπεθέρα της. Κανείς δεν έμαθε ότι είχε βάλει καθαρτικό στην πρώτη μπουκιά που έδωσε στην υποψήφια νύφη. Το γιο της τον κρατούσαν παραμάσχαλα ο πατέρας του κι ο συμπέθερος. Του πήρε καιρό να συνέλθει.
  Μια μέρα η μάνα του τον έστειλε στο φούρνο να ζητήσει λίγο προζύμι. Γυρίζοντας ήταν άλλος άνθρωπος. «Μάνα, την ξέρεις την κόρη του φούρναρη;»
  «Μια ξανθούλα, είναι;»
  «Μάνα, μυρίζει κανέλα!»
  «Μπράβο αγόρι μου, να τη φέρεις σπίτι να της μαγειρέψουμε».
  Το βράδυ η Νικολέτα τη ρώτησε αν ξέρει κι αυτή από μαγειρική.
  «Κόρη φούρναρη είμαι, γίνεται να μην ξέρω;»
  Ο Παντελής αντάλλαξε ματιές με τη γυναίκα του. Ύστερα κοίταξαν το γιο τους με τρυφερότητα. Τους δήλωσε ότι θα βρει δουλειά, ό,τι να’ ναι.
  Στα τρία χρόνια και αφού τσεκάρισαν για τα καλά τη νέα νύφη και βεβαιώθηκαν ότι οι γονείς της τη χρυσοπροικίζουν όπως κι αυτοί τον δικό τους, το πήραν απόφαση, τους πάντρεψαν. Αλλά ο Γιωργάκης δουλειά δεν βρήκε ούτε καν στο φούρνο των πεθερικών του πήγαινε.
  Μια μέρα η νύφη ήρθε στα πεθερικά της κλαμένη. «Τι έχεις κορίτσι μου;» τη ρώτησαν ανήσυχοι.
  «Δε θέλει να μαγειρεύω εγώ, θέλει να μαγειρεύει μόνο αυτός».
  Ο Παντελής κοίταξε τη Νικολέτα. «Ζαργάνα μου, τι λες;» τη ρώτησε τρομαγμένος και δεν άγγιξε τον μπακλαβά με παγωτό καϊμάκι που του σερβίρισε στη βεράντα.
  «Να έρθετε την Κυριακή για φαγητό, κορίτσι μου» είπε εκείνη στη νύφη της.
  Όντως την Κυριακή το μεσημέρι ήρθαν με το υπόλοιπο σόι – είχαν προστεθεί στην οικογένεια οι συμπέθεροι. Έφαγαν και ήπιαν του σκασμού. Τελειώνοντας η Νικολέτα ζήτησε απ’ το γιο της να τη βοηθήσει στην κουζίνα. Σηκώθηκε απ’ την πολυθρόνα του με κόπο. Ίδρωνε κι είχε πρασινίσει.
  «Πονάς;» τον ρώτησε η μάνα του.
  «Πολύ».
  «Ωραία. Σε μια ώρα θα ‘χεις πεθάνει. Πλύνε τα πιάτα τώρα», του απάντησε και του γύρισε την πλάτη.
 Την πρόλαβε στο διάδρομο ο Παντελής. «Ζαργάνα μου, τι έχεις;» ρώτησε βλέποντάς την βουρκωμένη.
  «Τίποτα, τίποτα», μουρμούρισε και πήγε στο σαλόνι.
  «Ζαργάνα μου, τι έκανες;» επέμενε ο Παντελής.
  «Μάνα!» ακούστηκε απ’ την κουζίνα.
  Έτρεξε μόνη της, πείθοντας τους υπόλοιπους να μείνουν στις θέσεις τους.
  «Πες μου, έχεις γκόμενα;»
  «Ναι…» απάντησε με βογκητά.
  «Και γι’ αυτό θες να δηλητηριάσεις τη γυναίκα σου;»
  «Όχι, κάνεις λάθος».
  «Ε, καλά, αφού κάνω λάθος, μείνε εδώ, σε μισή ώρα θα πεθάνεις».
  Έμεινε πίσω απ’ την κλειστή πόρτα της κουζίνας ν’ ακούει τα βογκητά του. Στο τέλος δεν άντεξε και μπήκε. Στάθηκε μπροστά του με τα χέρια στη μέση.
  «Ο πρώτος μου άντρας έλεγε ότι μυρίζω κανέλα και ο δεύτερος με λέει ζαργάνα, εσύ τι λες στη γυναίκα σου και τι στη γκόμενα;»
  «Η μία μυρίζει κανέλα και η άλλη…» κοίταξε γύρω του ψάχνοντας τη λέξη. «Δεν ξέρω…» κατέληξε κάθιδρος.
  «Γιατί δεν παίρνεις διαζύγιο;»
  Δεν της απάντησε. Σφάδαζε.
  «Αγόρι μου, δεν ξέρω πώς σε κάναμε τέτοιο φιλοχρήματο καθίκι. Θες να πεθάνει η γυναίκα σου για να την κληρονομήσεις;» είπε παρατηρώντας τον να ξερνάει χωρίς την παραμικρή κίνηση βοήθειας.
  «Μάνα, σώσε με».
  «Μόνο αν μου ορκιστείς ότι θα φύγεις!»
  «Πού να πάω μάνα;»
  «Όπου θες, αρκεί να μη μας ενοχλείς και να περιμένεις να πεθάνουμε στην ώρα μας».
  «Σώσε με, μάνα!»
  «Ορκίσου!»
  Ο Παντελής μπήκε στην κουζίνα. «Ορκίσου!» είπε ήσυχα στο γιο του.
  «Ορκίζομαι!»
  «Ωραία, πιες ένα ποτήρι γάλα! Ηλίθιε που φαντάστηκες ότι θα σε δηλητηριάσει η μάνα σου. Καθαρτικό έβαλα στο γλυκό σου, να χέζεις δυο μέρες».
  Ο γιος τους όντως εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Σε πέντε χρόνια η γυναίκα του με την έγκριση των γονιών του, τον κήρυξε εξαφανισθέντα. Κανείς δεν τον έψαξε.
  Μόνο η μάνα του διάβαζε υποψιασμένη τις εφημερίδες κάθε φορά που έγραφαν για θάνατο από τροφική δηλητηρίαση και τις πετούσε μην τις δει ο Παντελής.
  Η πρώην νύφη τους ξαναπαντρεύτηκε ένα παλικάρι δυο μέτρα που τους είπε ότι μυρίζει κανέλα, τη φώναζε ζαργάνα και του έτρεχαν τα σάλια κοιτώντας την.
  Τους υιοθέτησαν και τους δυο και τους περίμεναν πώς και τι κάθε Κυριακή στο οικογενειακό τραπέζι.
  Μετά από οχτώ χρόνια, εμφανίστηκε στην πόρτα τους ένας μουσάτος. Ήταν ο γιος τους. Μετανοημένος. Του εξήγησαν ότι έπρεπε να ξαναγυρίσει σε άλλα οχτώ χρόνια που θα ήταν πια χούφταλα και δεν θα τους ένοιαζε αν θα τους δηλητηρίαζε.
  Εκείνο το βράδυ ο Παντελής ήταν πολύ συγκινημένος που ξαναείδε το Γιωργάκη. Η Κατερίνα τον κοίταζε λυπημένη. Γερνούσε άσχημα ο Παντελής της, έφταιγε η κράση του, θέλει δίαιτα, είπε ο γιατρός.
  Το πρωί σηκώθηκε πρώτη να φτιάξει όπως πάντα τους καφέδες τους, να τους πιουν κουβεντιάζοντας στη βεράντα. Στα εβδομήντα-τρία η Νικολέτα, στα 90 ο Παντελής, αυτό το καφεδάκι τους είχε μείνει. Μπαίνοντας στην κρεβατοκάμαρα, τον είδε με μισάνοιχτο στόμα, κατάλαβε. «Αχ, βρε Παντελή μου», είπε.
  Πήρε ένα χαρτί, έγραψε τη διαθήκη τους. Άφησε σε ακριβοδίκαια μερίδια τα πάντα στα ανίψια της και στην πρώην νύφη της. Στο γιο της τίποτα. Υπέγραψε και για τον άντρα της, τόσα χρόνια στο γραφείο του, ήξερε να αντιγράφει την υπογραφή του. Έβαλε περσινή ημερομηνία.
  Έριξε στον καφέ της ποντικοφάρμακο. Πήγε και ξάπλωσε δίπλα του.
  Τους βρήκε η γειτόνισσα που είχε κλειδιά. Το ταψί με το κανταΐφι περίμενε συγγενείς και φίλους να φάνε, να σχωρεθούν τα ‘ποθαμένα τους, που έλεγε κι η γλυκομιλούσα η μάνα της.
*
©Μπελίκα-Αντωνία Κουμπαρέλη
(part of a) Photo copyright-free, creative commons 2011, επεξεργασία Στάχτες
Advertisements