Νανά Τσόγκα, Momentum –ποίηση

by SF

~~*~~
(Antonio Vivaldi : La Follia)

Momentum ~ η διάσωση 

Μπαίνοντας στο σπίτι βλέπω – σε ξένη κλίμακα –
έχει τεράστιο μεγαλώσει
λιάζεται όμως γνώριμα χωρίς να ξεθωριάζει˙
ήχοι φωνές και νανουρίσματα σε καρεδάκια

χαρωπά κι ανάλαφρα
πινακοθήκη βιολετί και φούξια
αλλά και ασπρόμαυρα πλακάκια στην κουζίνα.
Γυρίζει απότομα η μαμά να δει ποιος ήρθε ακάλεστος
ή κάποιο γράμμα απ’ το μέλλον
– ολοφώτεινη και με κοιτάζει γέλιο˙
έχω καιρό αμνημόνευτο να λούσω
τα μαλλιά μου σε τόσες ηλιαχτίδες.
Μου κάνει νόημα να πετάω
να μην πατήσω το που μόλις έστρωσε
στ’ αρχαία σανίδια φευγάτο σκηνικό από ινδικό μετάξι
στους δρόμους του Καΐρου˙
δυο δρασκελιές ολόκληρη η ζωή της
μύριες σκηνές φωτοχυσίας και λίγες
– αναπόδραστες – του ερέβους˙
τα πιο πολλά απ’ τα πρόσωπα δεν τα αναγνωρίζω
– οδεύουν κι άλλα θαύματα εκτός απ’ τα σωσμένα –
είναι φορές που στέκονται σε πλήρη ακινησία
και με διάθεση παιδιού κλονίζουν τους ανθρώπους.
Ταβάνια διάσπαρτα εσώτατα σύμπαντα
που αναζητούν ψυχής καθρέφτες
ως τη ζώνη του Ωρίωνα περίτρανα κιονόκρανα
αχναγγίζουν αχειροποίητες ζωγραφιές
και το διάστημα ανάμεσα στα δέντρα
ως άυλες μορφές Δομήνικου στα γαλανά του Βερονέζε˙
φρεσκοπλυμένα ασπρόρουχα σημαίες φύλλα λεβάντας
αρώματα απαράλλαχτα, συν η “Σανέλ” της μάνας
και χρώματα αδιάρρηκτα από Μονέ και πέρα
ως πέρα η ορατότητα γυμνή και αστραποβόλος˙
κάτω απ’ την στέγη μας που δείχνει κατευθείαν ουρανό
χαζεύουνε στην ετοιμόρροπη σκαλωσιά του αιώνα
πουλιά χρωματιστά – εκείνα που δραπέτευσαν
κι έμειναν τα ποιήματα άδεια
ως χάθηκε η γενναιότητα απ’ τον κόσμο.

Ζαλίζομαι ώσπου να συνηθίσω
ή να πιαστώ από γνώριμη αρτηρία –
α! να ο Φειδίας, πνιγμένος ως συνήθως στη δουλειά
– Αγνώριστη η πόλη μου! θέλω να του φωνάξω –
με χαιρετά από άλλο ποίημα ξετυλίγοντας
διπλώματα ευρεσιτεχνίας ως την ανακτημένη
όραση του Ομήρου
του Αισχύλου οι στίχοι δέντρα πια θεόρατα
ο Βράχος, αν προσέξεις, έλιωσε – μου λέει με νοήματα –
εκεί που οργιώδεις αναβλύζουν˙
να κι η αναφορά της μέλισσας με υπογραφή Καβάφη
κι ο σκύλος που συνόδευσε την εξόδιο του Μότσαρτ
υπό βροχήν και κάτω από τις αστραπές του Λούντβιχ˙
άρθρα ανάγλυφα του Καστοριάδη
με λίγο αίμα απ’ του Πουλαντζά την πτήση˙
πιο δω, προσγειωμένος ο πατέρας μου
ζωή που ξεχειλίζει – και μια βροχή:
λουλούδια, φρούτα, ψάρια στον αέρα
όπως συμβαίνει πριν τελειώσει ο Μάης.
Και η άλλη που με γνώρισε – η τελευταία, θυμάμαι –
η Αριγνώ, κατέβηκε από την ράχη της Σφίγγας
έλυσε το φουλάρι της πάνω απ’ τις Πυραμίδες
και ήρθε και με ξύπνησε με χίλια μετρημένα ροδοπέταλα
– με γεύση κερασιού στην μνήμη
και έναν πόνο ελαφρύ στον δεξιό μου κρόταφο
– μάλλον νοτιοανατολικά της τύρβης.

Άνθρωποι! δεν θα δύσουμε!
φώναζε ο τελάλης σαν κατάρα.

Momentum ~ η παραπομπή

Λίγο πριν επιστρέψουν οι ρακένδυτες ανάγκες
ραγδαίως σαρκοβόρες όμως
παρατηρώ τον βαριεστημένο θόλο˙
ξαφνικά αποκαλύπτεται η ηλικία του
στην μεσημβρινή αχλύ του αρχαίου απογεύματος
– ακόμη αφανή τ’ αστέρια.
Χρειάζεται να μετατοπισθούν
αγάπες πολυσύλλαβες για να συλλάβεις
το αίνιγμα
– το νιώθεις από την αγριότητα
της βλάστησης που το καλύπτει.

Λύσεις αργόπλοες εμφανίζονται στον ορίζοντα
σε σχήμα βιολετί και ρόδες ρόδα
επάνω, στην αριστερή γωνία του πίνακα
ως να προφέρεις υπερσυντέλικο τετέλεσται
ξυπνά από το όνειρο η Κοιμωμένη του Πικάσο
απ’ την αφέλεια του κυκλάμινου
κερνά την αντοχή του
και παίρνουν τα νοήματα σειρά
– αρχή για τον Αρχίλοχο στεφάνι
από την σύρραξη των Παρο–Ναξίων
ως τις σφαγές στο Μογκαντίσου˙
αμέσως μετά, Οδύσσεια ο δρόμος του ανθρώπου
στις στριμωγμένες ώρες οι θάλασσες
αόρατες μέχρι να καταφθάσει η γαλήνη.

Προς το παρόν, ανάβεις το Ανεκπλήρωτο
μήπως ντραπεί το επερχόμενο σκοτάδι.
Λιγοθυμούν τα αρώματα με την ησυχία τους
στο δικό σου βιβλίο η ανησυχία του έρωτα
δεν λέει να ξεθυμάνει στον παρακείμενο
καθώς τεμπέλες νότες στην ατμόσφαιρα
και τα πουλιά απουσιάζουν ως συνήθως
στα όνειρα.
Λίγο τα νέφη πολύ οι σκέψεις
νωρίς κιόλας βραδιάζει
– ανάμεσα μυρτιά και αγριοκέρασο
οι σφριγηλές ανάσες της μνήμης
ω, θέρος των σωμάτων –
να χαριζόταν λίγη ταραχή μακριά του
άγαλμα λευκό και με σβησμένα μάτια
να γινόταν ο έρωτας
ή χαλασμένο ρολόι
δίκιο να έχει
μόνο δυο φορές τη μέρα.


Momentum ~ η επικράτηση

Τα χρόνια που περάσανε σαν στιγμιαίο φύσημα
σαν αστραπή πιο άγουρη απ’ τη λάμψη
πιάνουν χώρο πελώριο εκεί που δεν τα βλέπεις
– έχεις τη θέα τους στο πιάτο
μόνο από τους εξώστες της ψυχής
που ξέρει από πέταγμα σε αχανή πελάγη.
Ακόμα και παρά τη θέλησή σου
πάντα ένα Κάτι αόρατο, μυστήριο και βραδυφλεγές
θα σε ανυψώνει πιο πολύ κι από το χνούδι της λεύκας
θα σε γυρίζει πιο βαθιά στην ουσία τού μη όντος
ψηλά πάνω απ’ τη θέα της ομορφιάς μονάχα
του υλικού κόσμου – εκεί που γεννιέται
η ανεπιστρεπτί νοσταλγία.
Από θαλασσινό νερό κι από κεράσι χείλι
άλλο τίποτα δεν θα σου λείψει
ανάμεσα στην ταραχή των άστρων
και του Σαγκάλ τα μούσμουλα φεγγάρια.

Πετάω από τώρα πετραδάκια
στη λίμνη του εφησυχασμού τους
για να συνηθίσω στα άσφαιρα και αχρεία(στα).
Χόρτα, κρασί, χαρτί, ροδάκινα, τυρί και σοκολάτες
βγαίνω πάλι για ψώνια στην επικράτεια
των ανιάτων
σήμερα όμως σ’ έναν ανεξήγητα ανυψωτικό
ρυθμό απειθαρχίας
με βηματάκια ωστόσο χαλαρά – κόντρα στο ρεύμα.

Η ορατότητα γυμνή τού “πώς περνά η ώρα”
πεθαίνει χωρίς αίμα ο θάνατος
στο άκουσμα και μόνον ενός φλοίσβου.

*

© Νανά Τσόγκα τρίπτυχο από το βιβλίο ‘σημειΟμματα’, εκδόσεις Δωδώνη, 2010 
photo © Stratos Fountoulis, « Sur les rives de la Seine », Paris 2012

Advertisements