«Μνήσθητί μου Κύριε» του Πέτρου Κυρίμη, Διά πυρός και αγάπης

by SF

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα προς έκδοση 

ε

ίναι τόσοι πολλοί οι άνθρωποι που μας βοήθησαν να μεγαλώσουμε!.. Ξεχασμένοι τώρα πολύ βαθιά στη μνήμη μας, έρχονται και φεύγουν σαν δέντρα που τα κοιτάς μέσα από το τρένο καθώς τρέχει.
  Ο χρόνος σαν ένας θεόρατος τροχός γυρνάει ακατάπαυστα. Κάνει το ίδιο δρομολόγιο πάντα από καταβολής κόσμου. Αδιάφορος σαν τον Χάροντα και συμπονετικός σαν τον Θεό και το ίδιο αμίλητος μας παίρνει απάνω του τη στιγμή που γεννιόμαστε κι αφού μας κάνει ένα μικρό σεργιάνι, μας αφήνει μετά να πέσουμε στο σκοτάδι και στη λησμονιά.
   Αν έχω ένα πράγμα στη ζωή μου που μίσησα πιο πολύ, είναι ο χρόνος.
  Από τότε που ήμουν μικρός αισθανόμουν εχθρικά απέναντι του. Όταν μας ανάγκαζε να κόβουμε ξαφνικά το παιχνίδι γιατί η ώρα πέρασε. Όταν αργότερα έβγαινα ραντεβού με το κορίτσι μου και εκείνη κοιτούσε διαρκώς το ρολόι να μην αργήσει στο σπίτι και ο χρόνος έτρεχε απελπιστικά γρήγορα. Ακόμα και οι πολλοί οδυνηροί αποχωρισμοί που είχα στη ζωή μου και που πολύ θα ήθελα τότε να επιβραδύνω τον χρόνο. Και τώρα που μεγαλώνω ο χρόνος είναι ο μοναδικός μου ανίκητος αντίπαλος. Ένας αγώνας άνισος που η έκβαση του είναι να παραδοθείς άνευ όρων, καταδικασμένος να πεθάνεις έναν δειλό ταπεινωτικό θάνατο μέσα στα γερατειά και στην ανημποριά. Ο Νίτσε λέει ότι γερατειά είναι όταν πια κανείς δεν σε παρατηρεί, κανείς δεν σε προσέχει. Θυμάμαι τη γιαγιά μου που κάθε απόγευμα καλοκαιριού έβγαζε τη καρέκλα της έξω από την αυλή να κάθεται πολλές φορές απρόσεκτα και όταν της έλεγα «γιαγιά μαζέψου λίγο» εκείνη έλεγε σχεδόν με παράπονο «ποιος θα με παρατηρήσει παιδάκι μου;»
  Θα ήμουνα δεν θα ήμουνα δεκαοχτώ χρονών τότε και το μόνο που αγαπούσα πραγματικά ήτανε το ποδόσφαιρο. Το ποδόσφαιρο και το διάβασμα. Θυμάμαι έγραφα κι όλας. Δηλαδή τι έγραφα. Παρ όλα αυτά όταν είχε προκηρυχθεί ένας Πανελλήνιος σχολικός διαγωνισμός ποίησης, είχα πάρει το δεύτερο βραβείο. Ήμουνα τότε στην πρώτη τάξη του Γυμνασίου. Τίποτα το σπουδαίο κι ούτε είχα δώσει και πολύ σημασία, μόνο που αυτό ήτανε χωρίς να το ξέρω η «μαγιά» μέσα μου για αυτό που μου επιφύλασσε η μοίρα μου. Να γνωρίσω τον άνθρωπο που χωρίς να το επιδιώξει μου έδειξε το δρόμο που θα ακολουθούσα. Έναν δρόμο που όταν τον ξεκινήσεις δεν έχει σταυροδρόμια να μπερδευτείς. Περίπτωση να χαθείς δεν υπάρχει. Ούτε γυρισμού και να θέλεις. Ένας δρόμος απέραντος, κατασκότεινος με θεριά, τρομαχτικά να σε καλούν να παλέψεις μαζί τους σε κάθε βήμα σου, βρικόλακες να σου πιουν το αίμα, να σε εμποδίσουν να περάσεις, ξέροντας ότι αν τους ξεφύγεις τέλειωσε. Σώθηκες. Στο τέρμα αυτού του δρόμου μια ανθρώπινη φιγούρα βγαίνει από τη σκιά. Το ίδιο πρόσωπο με το δικό σου. Το ίδιο βάδισμα και το χαμόγελο που σε καλωσορίζει ίδιο κι απαράλλακτο με το δικό σου. «Γεια σου» λέει και εσύ ακούς τη φωνή σου γνώριμη και φιλική. Σαν καταφύγιο, σίγουρο κι απόρθητο μπαίνεις μέσα σου, σιγοψιθυρίζοντας τα λόγια του Έζρα Πάουντ «…για να γνωρίσεις τον εαυτό σου, πρέπει πρώτα να φτάσεις στο Αμήν…»
  Στην πλατεία Βικτωρίας του ΄65 δεν είχα ξαναπάει. Πειραιώτης φανατικός τα στέκια μου ήτανε στο Πασαλιμάνι και συγκεκριμένα στο καφέ «Φοντάνα» πάνω στη πλατεία και δίπλα από το μικρό ξενοδοχείο του φίλου μου του Φάνη Σπανουδάκη που τα δυο μεγαλύτερα αδέλφια του άφησαν ιστορία στο μπάσκετ με την ομάδα του Ολυμπιακού. Μαζευόμασταν καθημερινά και οι ώρες μας περνούσαν με συζητήσεις συνήθως γύρω από το ποδόσφαιρο και τα κορίτσια. Οι πιο πολλοί από εμάς παίζαμε μπάλα (είχαμε δηλαδή δελτίο) ή στον Ολυμπιακό ή στον Εθνικό. Τότε κανείς από εμάς δεν ονειρευότανε να κερδίσει λεφτά και μεγαλεία από το ποδόσφαιρο. Αν κάποιος έφτανε να γίνει διεθνής ίσως να τον έβαζαν να δουλεύει στη ΔΕΗ ή να τον έβαζαν φωτογραφία μέσα σε τσιχλόφουσκες να παίζουν τα παιδιά. Μερικά χρόνια αργότερα λέγαμε για τον Γιώργο Σιδέρη που ερχότανε στο γήπεδο με μια βέσπα «πως αυτός τα κονόμησε.» Έτσι λοιπόν ή κάπως έτσι πέρναγε η ζωή μου ώσπου ένα βράδυ που είχα ανέβει στην Αθήνα να αγοράσω ένα παντελόνι ή κάτι τέτοιο, η πωλήτρια ένα όμορφο μελαχρινό κορίτσι που τώρα ούτε που θυμάμαι το όνομα της, μου έδωσε ραντεβού την άλλη μέρα το βράδυ στην πλατεία Βικτωρίας.
  Εγώ πήγα, εκείνη δεν ήρθε. Οι μοίρες που έλεγα, στη θέση της έστειλαν τον άνθρωπο που άλλαξε τη ζωή μου. Προς το καλύτερο. Ακόμα και σήμερα μετά από τόσα χρόνια κι από τόσα που έχω τραβήξει μπορώ να το πω.
  Καθώς περίμενα όρθιος στην έξοδο του ηλεκτρικού κι εκείνη δεν φαινότανε, παρατήρησα έναν άντρα λίγο πιο πέρα που κάθε τόσο με κοίταζε.
  Ήταν ψηλός μελαχρινός, καλοντυμένος. Όμορφος άντρας και δεν έμοιαζε με αυτό που το μυαλό μου πήγε αμέσως. Από εκείνους, τους άλλους.
  Μετά από λίγο άλλαξα γνώμη. Άκουσα τη φωνή του δίπλα μου, σιγανή καλλιεργημένη να με ρωτάει αν περίμενα κάποιον. «Κάποια» απάντησα εγώ κι αμέσως έδεσε μες το μυαλό μου ότι ο τύπος ήτανε από τους άλλους. Μάλλον ο τρόπος που του απάντησα του έκοψε τη φόρα. Έφυγε λίγα μέτρα πιο πέρα και ένοιωθα να με κρυφοκοιτάζει. Εκείνα τα χρόνια το να σου κολλήσει ένας ομοφυλόφιλος ήτανε κάτι πολύ συνηθισμένο. Και σήμερα βέβαια το ίδιο γίνεται μόνο που τότε ήμασταν λίγοι και φαινότανε ενώ σήμερα πολλοί και δεν φαίνεται. Μάλιστα με τους ξένους τώρα έχουν διαταραχθεί και οι ισορροπίες. Είναι πιο μεγάλη η προσφορά από τη ζήτηση.
  Το κορίτσι δεν ερχότανε, η ώρα είχε περάσει κι εγώ ετοιμάστηκα να κατέβω τις σκάλες να πάρω τον ηλεκτρικό για τον Πειραιά. Τον είδα με την άκρη του ματιού μου να πλησιάζει κι εκνευρισμένος όπως ήμουνα προσπάθησα να φέρω στο στόμα μου ότι χειρότερη βρισιά ήξερα. Και ήξερα πολλές.
  «Δεν ήρθε ε;»
  «Όχι» είπα εγώ κάνοντας μια προσπάθεια να μη βρίσω ακόμη.
  «Εκείνη έχασε» έκανε πάλι σχεδόν χαρούμενα.
  Τον κοίταξα και δεν μπόρεσα να θυμώσω. Παρ όλο το «κόλλημα» δεν έδειχνε θρασείς. Είχε σχεδόν τα διπλάσια χρόνια από μένα όμως κάτι απάνω του ήτανε παιδικό και αθώο συνάμα.
  «Άκουσε –του λέω- χάνεις την ώρα σου μαζί μου…
  Εκείνος με μπέρδεψε.
  «Και που το ξέρεις;» είπε χαμογελώντας. Στα μάτια του είχε μια περιπαιχτική έκφραση σαν τα μικρά παιδιά που νομίζουν πως ξεγελάνε τους μεγάλους.
  «Σιχαίνομαι τις σχέσεις μεταξύ αντρών…
  «Δηλαδή δεν έχεις φίλους;»
  Άρχισα να τσαντίζομαι.
  «Έχω, –είπα ειρωνικά – μήπως θες να γίνουμε φίλοι;»
  «Ναι»
  Είχε μια αφοπλιστική ειλικρίνεια. Εγώ κατέβηκα ένα σκαλάκι.
  «Ας πιούμε έναν καφέ αν δεν βιάζεσαι… εδώ στη γωνία έχει ένα ήσυχο καφενείο.»
  Κάτι απάνω του με έκανε να ξανανέβω τη σκάλα. Κάτι με έσπρωξε να τον ακολουθήσω στο καφέ. Σε λίγο καθισμένος απέναντι του ένοιωθα σαν παγιδευμένος. Κοιτούσα γύρω μου και νόμιζα πως όλοι εκεί μέσα ήξεραν. Τον κοίταξα πιο προσεχτικά και λίγο ησύχασα γιατί τίποτα επάνω του δεν φανέρωνε την ομοφυλοφιλία του. Σχεδόν ήτανε ένας όμορφος αρρενωπός κομψός άντρας. Μάλιστα νόμισα σε κάποια στιγμή ότι η απέναντι κοπέλα του έριχνε βλέμματα με ενδιαφέρον.
  Στη μια ώρα που έκατσα μαζί του είχα εντυπωσιαστεί από τον τρόπο που κρατούσε τη συζήτηση. Με ρωτούσε για μένα με πραγματικό ενδιαφέρον. Έστρεψε την κουβέντα στα βιβλία και με εντυπωσίασε πόσα πολλά ήξερε.
  Δεν έδειξε περιπαιχτική διάθεση όταν διαπίστωσε ότι εγώ δεν είχα ιδέα για τόσους συγγραφείς που ανέφερε καθώς και βιβλία. Κάναμε δυο συμφωνίες στο τέλος. Η μία ότι ποτέ δεν θα μου έκανε πρόταση που θα ξέφευγε από τα όρια της φιλίας και η άλλη πως θα με προμήθευε εκείνος βιβλία που εγώ θα διάβαζα. Βγήκαμε έξω και καθώς περνούσαμε από το περίπτερο της πλατείας εκείνος κοντοστάθηκε και αφού πλήρωσε μου έδωσε το περιοδικό που αγόρασε. Ήτανε το περιοδικό «ΕΠΟΧΕΣ» που αργότερα έμαθα πως μαζί με την «ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΕΧΝΗΣ» ήτανε τα δυο πιο έγκυρα περιοδικά λογοτεχνίας και τέχνης εκείνα τα χρόνια.
  Μου έδειξε στο εξώφυλλο ένα διήγημα που υπήρχε μέσα και μου είπε απλά πως «αυτό είναι δικό μου.»
  Το όνομα του συγγραφέα από κάτω, ήταν Μένης Κουμανταρέας.
  Η φιλία μου με τον Μένη Κουμανταρέα κρατάει μέχρι σήμερα και δεν μετάνιωσα ποτέ που τον γνώρισα. Ίσα, ίσα που με έκανε υπερήφανο.
  Στα χρόνια που ακολούθησαν στάθηκε η αιτία να ριχτώ με τα μούτρα στο διάβασμα, μα το καλύτερο από όλα ήταν ότι με έβαλε σε έναν κύκλο που ποτέ μόνος μου δεν θα μπορούσα να μπω. Στον κύκλο της διανόησης εκείνης της εποχής. Κάθε βράδυ σχεδόν πότε στο ένα σπίτι, πότε στο άλλο, κάποιος θα διάβαζε τα ποιήματα του ή τα πεζά πριν να τα δώσει στον εκδότη. Ακολουθούσε συζήτηση πάνω στα κείμενα, ανάλυση, γνώμες. Ο πρώτος συγγραφέας που διάβασε και ήμουνα κι εγώ εκεί ήτανε ο Βασίλης Βασιλικός είχε φέρει τα χειρόγραφα από την τριλογία του «Το πηγάδι, το φύλο και το αγγέλιασμα.» Στην παρέα αυτή θυμάμαι ακόμη εκτός από τον Μένη Κουμανταρέα, τον ποιητή Νίκο Παναγιωτόπουλο, τον ζωγράφο Βασίλη Κυπραίο, τους αδελφούς Ψυχοπαίδη, την Αθηνά Σχοινά, τον ηθοποιό αργότερα Χρήστο Βαλαβανίδη, τον μεγάλο σήμερα θεατράνθρωπο Λευτέρη Βογιατζή, τον Κρίτωνα Χουρμουζιάδη διανοούμενο δάσκαλο Αγγλικών, τον Βασίλη Διοσκουρίδη σήμερα εκδότη και πολλούς άλλους που τώρα δεν μου έρχονται στο νου.
  Ας είναι καλά όλοι και τους ευχαριστώ από καρδιάς που με δέχτηκαν, με έκαναν φίλο κι αναπόσπαστο μέλος της παρέας τους έστω κι αν εγώ τότε δεν είχα στόμα να μιλάω παρά μόνο αυτιά ορθάνοιχτα να ακούω.
  Και θυμάμαι με συγκίνηση όταν μετά από αρκετά χρόνια κυκλοφόρησε το πρώτο μου βιβλίο «Η καρδιά του Κότσυφα» και το διάβασε, που μπήκαμε μαζί σε ένα μεγάλο βιβλιοπωλείο στη Φωκίωνος Νέγρη που τον γνώριζαν και που στο κέντρο της βιτρίνας φιγουράριζε το δικό του καινούργιο μυθιστόρημα και απαίτησε να μπει δίπλα στο δικό του και το δικό μου. Δεν θα το έκανε ποτέ για λόγους φιλίας, ούτε για κανέναν άλλο λόγο. Με αυτή του την κίνηση, με αυτόν τον απλό τρόπο με έχριζε συγγραφέα.
©Πέτρος Κυρίμης
φωτογραφία χωρίς δικαιώματα -ειδική επεξεργασία Στάχτες.
Advertisements