Ελένη Κοφτερού, Το ταξίδι της Παρασκευής

by SF

Ήταν τόση η χαρά μας που συναντιόμαστε, κατάφερε να βάλει φράγμα στο ηχητικό κακόγουστο πανηγύρι του ταξιτζή. Τα εκνευριστικά σκυλέ τραγούδια – που άλλοτε μου προκαλούσαν νευρικότητα σε βαθμό υστερίας – και οι αναλύσεις για τον ΠΑΟΚ, δεν έφταναν στ’ αυτιά μας.
  Μια ελαφριά ζαλάδα προερχόταν από το ανακάτεμα των αρωμάτων μας, μα κυρίως από τη λαχτάρα της για τη συνάντηση. Ξέραμε κι οι δυο ότι “εκείνος” θα έπαιρνε μέρος στην παράσταση. Σ’ όλη τη διαδρομή μιλούσε γι αυτόν, όπως το περίμενα. Όλες οι λέξεις της, οι τρυφερές, οι σκληρές, οι παραπονιάρικες, τα γιατί, τα πως, τα πότε, τα άραγε, κουβαλούσαν στην ακρούλα τους το “Αχ!”. Στα σύμφωνά τους φύτρωναν ζουμπούλια. Στα φωνήεντα ισορροπούσαν και λικνίζονταν άσπρα χελιδόνια. Ναι, άσπρα, έτσι τα ήθελε τα χελιδόναι της φωνής της, χωρίς μια στάλα μαύρο. Δικές της ήταν οι λέξεις και τις έκανε ότι ήθελε στο κάτω -κάτω της γραφής. Και τα δάκρυα δικά της ήταν, μόνο το δάγκωμα στα χείλη της φτεροκοπούσε και καθόταν για λίγο και στους δικούς μου ώμους τρεμάμενο. Έπειτα φώλιαζε στα μαλλιά της και κοιμόταν. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτε για να την απαλλάξω από την εξαίσια οδύνη της, ούτε είχα τέτοια πρόθεση φυσικά.
  Το ταξίδι μέχρι το θέατρο έγινε ασυνήθιστα μακρύ, λόγω της κίνησης στους δρόμους. Φτάσαμε όμως κάποτε και βγήκαμε από το ταξί, άσπρες σαν τα χελιδόνια της και διψασμένες όπως κάτι σπιτικά γατάκια που τα ξεχνούν για ώρες οι ιδιοκτήτες τους. Αγοράσαμε χυμό απ’ το περίπτερο και καθίσαμε στο παγκάκι, αυτή σφιχταγκαλιασμένη με την αγωνία της, εγώ να κανακεύω αμήχανα ένα παλιό ξεχασμένο χαμόγελό της. Οι λέξεις της υποταγμένες πια, μπήκαν και κούρνισαν στα πνευμόνια της να ξαποστάσουν, να νιώσουν την υγρασία του χυμού. Πως ξέφυγαν, πότε προλάβανε να βάλουν τη στολή τους κάτι λέξεις-στρατιώτες σ΄επιφυλακή, μόλις η άκρη του ματιού της χύθηκε επάνω του; «Καλησπέρα, πανέτοιμος να κατακτήσεις τα πλήθη;» θυσιάστηκαν στην πρώτη γραμμή για να σωθούν οι υπόλοιπες.
  Μ’ ένα νεύμα της απάντησε, μια “καλησπέρα” από δεύτερο χέρι που είχε πρόχειρη στην δεξιά τσέπη του. Καπνίσαμε δυο τσιγάρα κι έπειτα μπήκαμε να δούμε την παράσταση. Θεατής του πάθους της, του πόθου της κρυφακουστής έγινα εκείνη τη νύχτα, δεμάτια έδενα τα στάχυα της λύπης της, μα δεν υπήρχε αλώνι να τ’ αφήσω.
  Αυτός ήταν απόμακρος, εντοιχισμένος σ’ ενα θολό αόρατο κουβούκλιο. Του έριχνα κλεφτές ματιές, μήπως βρω εκείνο το ελάφι που τη μάγεψε. Τίποτε δεν κατάφερα να δω, μόνο για μια στιγμή, ένα ελάχιστο κόκκινο δευτερόλεπτο, (ίσως ήταν απ’ το λευκό κρασί που ήπιαμε στο διάλειμμα) είδα δυο τεράστια βαλσαμωμένα ελαφίσια μάτια στο χρώμα του χαλκού. Τα κρατούσε στις παλάμες του, τα χάιδεψε για λίγο κι έπειτα τα πέταξε προς το μέρος της. Διαλύθηκαν στη διαδρομή, έγιναν χρυσοχάλκινη σκόνη που κάθισε αθόρυβα στο πίσω μέρος του λαιμού της, εκεί στη ρίζα των μαλλιών.
  Στον γυρισμό το ταξί ήταν πιο άνετο, η μουσική ευτυχώς δεν ήταν ανυπόφορη. Καθίσαμε κοντά, την αγκάλιαζα απαλά, προστατευτικά. Οι λέξεις της ξυπνούσαν σιγά – σιγά, τεντώνονταν και φώναζαν σαν κακομαθημένα νήπια: «Δεν είμαι καλά! Δεν είμαι καλά!». Ήξερα ότι δεν είχα καμιά ελπίδα να τις κάνω να σωπάσουν. Χρησιμοποίησα το πιο ύπουλο κόλπο για να τις αποδεκατίσω: «Πήγαινε ν’ αγκαλιάσεις τον γιο σου, να νιώσεις την κοιμισμένη του ανάσα και οι λέξεις θα ησυχάσουν.»
  Δεν ξέρω αν το έκανε. Τη σκεφτόμουν όλη την ώρα της επίμονης αυπνίας μου. Στο τέλος κουράστηκα, αγκάλιασα την ήττα μου, όπως υποψιάζομαι ότι θα έκανε κι εκείνη και αποκοιμήθηκα.
  Το πρωινό του Σαββάτου, ο ουρανός ήταν κάπως πιο διάφανος, οι αιχμές της Δημητρίου Γούναρη κάπως πιο λειασμένες. Πριν αποχαιρετιστούμε, ήπιαμε από ένα σφηνάκι μαρτίνι, αγκαλιαστήκαμε για λίγο, μου πήρε δώρο μια μπλε τσάντα. Με κοίταξε με τρυφεράδα και μου είπε συνωμοτικά: « Άστο, δεν είμαι εγώ για έρωτες που μιμούνται τα ποιήματα… δεν ξέρω να τους διαχειριστώ, αδυνατώ να τους διαβάσω… μου διαλύουν το μυαλό…»
  «Ε, τότε, βρες τα ποιήματα που μιμούνται τους έρωτες!» της απάντησα για να πετάξω κι εγώ μια δήθεν εξυπνάδα… Έβγαλε τη γλώσσα της κοροϊδευτικά… Σκάσαμε στα γέλια…

© Ελένη Κοφτερού 
φωτο© Στράτος Φουντούλης 2012

*

Η Ελένη Κοφτερού είναι γεωπόνος. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη ενώ τώρα ζει και εργάζεται στην Καλαμάτα. Κείμενα και ποιήματά της βρίσκοντια δημοσιευμένα στο διαδίκτυο όπως και η πρώτη ποιητική συλλογή της με τίτλο «Περί Άνοιξης και άλλων εμμονών» που διατίθεται ελεύθερα σε μορφή e-book από τις ηλεκτρονικές εκδόσεις 24 grammata. Πρόσφατα κυκλοφόρησε και η έντυπη συλλογή της με τίτλο «Γράμμα σε γενέθλια πόλη» από τις εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ.

Advertisements