Ζηνοβία Αντιδώρου, Τούρτα στο ποτάμι

by SF

Το ποτάμι που έγινε σκέπη της λαιμαργίας μου τρέχει και κυλά. Το λένε ποτάμι όλο το χρόνο, αλλά στην πραγματικότητα το μόνο ποταμίσιο που έχει είναι μια κατάξερη κοίτη που σκονίζεται και περιμένει επί οκτώ συνεχόμενους μήνες. Περιμένει υπομονετικά, δέχεται αγόγγυχτα τα σκουπίδια που το ταίζουν οι περαστικοί, χαίρεται με τα παιδιά που κάνουν σκέιτ μέσα στον μπετόν-αρμέ βυθό του. Μέχρι που ο καιρός αλλάζει και το ποτάμι νιώθει καλύτερα που μπορεί να γίνει επιτέλους λειτουργικό, περήφανο που ονομάζεται ξανά ποτάμι, όχι από συνήθεια, αλλά με την αξία του.

  Κάθε που τα χιόνια λιώνουν στα τριγύρω βουνά η κοίτη υγραίνεται, σαλεύει και αλαλιάζει ο τόπος. Τα πουλιά τιτιβίζουν πιο δυνατά, μυρίζει νερό και σάπια φύλλα. Αν βρέχει, ακόμη καλύτερα. Πλουτίζει το χαρμάνι που λίγα μέτρα πιο ‘κει καταλήγει στη θάλασσα. Όπως τώρα. Μας είχαν ενημερώσει από χτες τα δελτία των οχτώ για τις επικείμενες βροχοπτώσεις, από τις οποίες θα ήταν φρόνιμο να προφυλαχτεί κανείς κουρνιάζοντας. Δύσκολο κόλπο, ταχυδακτυλουργικό, να κρατήσεις την ομπρέλα με το ίδιο χέρι με το οποίο γράφεις μια ιστορία.
  Δεν πιάνει το μελάνι στο βρεγμένο χαρτί, διαλύεται, απλώνει επάνω στις ίνες. Ίσα που φαίνονται τα γράμματα, αχνά. Μ’αυτό το σκοτάδι δε μπορείς να ‘σαι σίγουρος για το αποτέλεσμα. Λες και τα στοιχεία της φύσης παλεύουν ν’ αφήσουν το ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματά μου στο σκοτάδι. Το μπικ και το σημειωματάριο δε λογίζονται ως αρκετά μαχητικά εργαλεία. Οι στάλες πάνω στην ανοιχτή ομπρέλα ηχούν μονότονα, ενοχλητικά, με αποσπούν από εκείνη την ορθογώνια τούρτα ενός κιλού που αγόρασα ένα φωτεινό μεσημέρι της προ-εφηβικής μου ηλικίας για να κατευνάσω θεούς και δαίμονες εντός μου.
  Δεν ήταν ζαβολιά κι ας φαίνεται• είχα πάρει άδεια, και οι άδειες δε δίνονταν έτσι αψήφιστα στο πατρικό μου. Συζητιόταν για μέρες, βδομάδες καμιά φορα, εξαρτάται από την έκταση, αλλά και το βάθος του εκάστοτε ζητήματος. Το συγκεκριμένο ήταν ομολογουμένως ήπιας σημασίας. Ξεκίνησε ως άκακο όνειρο, για να γίνει εμμονή. Το είδα μία, το είδα δύο, μέχρι που εκείνη η κοινότοπη εικόνα έγινε μοναδική μου λαχτάρα. Το είδωλό μου μέσα σε μια θολούρα, σα να έπαιζε σε κινηματογραφική κόπια που της είχε ξεθωριάσει το Τεκνικολόρ, να στέκεται αγέρωχα μπροστά σε μια τεράστια στρογγυλή τούρτα. Να παίρνει ένα κουτάλι της σούπας. Να ξεκινάει από τα κρεμώδη τελειώματα, φουσκωτές, καλοφτιαγμένες φωλιές από σαντιγί να θυσιάζονται στο διάβα του, να συνεχίζει απτόητο προς το παντεσπάνι, να μπερδικλώνεται στα γλασαρισμένα κερασάκια, να ορθώνεται ξανά και να προχωράει αμέριμνο προς τα σοκολατένια καγκελάκια, το ζαχαρωτό σπιτάκι κι ύστερα προς τη λίμνη από μπλε ζελέ. Η μοναχικότητα, η ιδιωτική ποιότητα της στιγμής ήταν το ένα και μοναδικό αληθινά ονειρικό στοιχείο• απομεινάρια από τούρτες γενεθλίων κοντινές στην εντυπωσιακή περιγραφή είχα φάει ουκ ολίγες φορές και δη με κουτάλι της σούπας, παρέα πάντα με τους λιλιπούτειους καλεσμένους των παιδικών πάρτυ μας και συνοδεία των τριών, που αργότερα έγιναν τέσσερα, αδερφών μου.
  Χρειάστηκε να γίνω εξαιρετικά περιγραφική για να την πείσω. Ήμουν επίσης αφοπλιστικά ειλικρινής: “Μαμά, με αφήνεις να αγοράσω μια τούρτα και να τη φάω όλη μόνη μου; Έχω δει πολλές φορές στον ύπνο μου να τρώω μια μεγάλη τούρτα, μια ολόκληρη τούρτα, μια τούρτα μόνο για μένα. Αχ, πόσο τη λιμπίζομαι αυτή την ολόδική μου τούρτα του ονείρου!” Για ψυχανάλυση τότε δεν πολυ-ήξερε η μαμά μου κι ήταν αρκούντως θρήσκα για να δεχτεί της επιρροές της λίμπιντο στον τρόπο που γυρίζει η γη, αλλά δε θα δεχόταν, ακόμη και να ‘ξερε, καμιά από τις παραδοχές της. Ούτε κι ελόγου μου έχω κατασταλάξει στο αν το όνειρο είχε σεξουαλικό υπόβαθρο, εκείνη την περιβόητη αχόρταγη φύση μου που κάποιος, κάποτε στηλίτευσε με μένος. Ίσως η γαργαντουική όρεξη να ήταν διάθεση να εγκολπώσω τα πάντα ως βασίλισσα αμοιβάδα, να αισθανθώ τον απόλυτο έλεγχο -έστω για όσο διαρκεί ένα όνειρο- μια αίσθηση που ήταν ανέφικτη μέσα σε ασφυκτικό κλοιό πολύτεκνης οικογένειας.
  Η τούρτα που ονειρευόμουν ήταν στρογγυλή και υπερφυσικά μεγάλη. Λευκή και άσπιλη σαν κύκνος. Η πραγματικότητα πάντα διαφέρει, κι έτσι, αγόρασα μια τούρτα ορθογώνια, γεύση σοκολάτα ή μάλλον μπλακ φόρεστ, γιατί οι υπόλοιπες διαθέσιμες προοριζόταν για καμιά δεκαριά άτομα και η μαμά δε με είχε χαρτζιλικώσει τόσο ασύνετα. Είχε ρωτήσει πρώτα τον εξομολόγο της, εν ολίγοις είχαμε στρέψει τα μάτια στους ουρανούς για φώτιση. Ο ίδιος ο Μεγαλοδύναμος επέτρεψε την πραγματοποίηση του ονείρου μου, μέσω του σεπτού λειτουργού του, ο οποίος βρήκε τη παιδική σκέψη μου ανούσια κουταμάρα δίχως κακές προεκτάσεις και θεώρησε άτοπο να μου μείνει απωθημένο.
  Με έγκριση Κυρίου να ριχτώ στο θανάσιμο αμάρτημα της λαιμαργίας το σχέδιο μπήκε σε ενεργό δράση. Η τούρτα τοποθετήθηκε με κινήσεις ιεροτελεστίας σε ένα γυαλιστερό μπορντώ χάρτινο κουτί που έγραφε επάνω «Ρόδον» και είχε ένα λευκό τριαντάφυλλο μπουμπούκι να κάθεται επάνω στο στριφογυριστό κοτσάνι του. Τα χέρια μου βοήθησαν στη συναλλαγή. Τα πόδια μου βγήκαν χοροπηδώντας από το ζαχαροπλαστείο -ήταν μεγάλη μέρα. Πήγα γραμμή στο ποδήλατο, φόρτωσα την πραμάτεια μου, την οποία κουβάλησα με όλη μου τη μαεστρία ευθεία, όλο ευθεία στη Ρήγα Φεραίου, μέχρι το ποτάμι.
  Είχα φροντίσει να κουβαλήσω στην τσέπη μου ένα ασημί κουταλάκι γλυκού που θα μου έκοβε λίγο τη φόρα και θα μου επέβαλλε τρόπους σαβουάρ-βιβρ στο απόμερο πικ-νικ μου. Βρήκα την πιο καλή κρυψώνα, κάπου ανάμεσα σε φουντωτά φυλλώματα που οι αχτίνες του ήλιου διαπερνούσαν μόνο για να χαράξουν φωτεινά τρίγωνα στο πεζούλι. Άνοιξα ευλαβικά το κουτί και άρχισα να τρώω με αποφασιστικότητα. Χωρίς να πεινάω. Ήταν ιεροτελεστία, μεταλαβιά, ξαλάφρωμα από το ταμπού της μοναχοφαγίας -καταραμένη και άκρως απαγορευμένη συνήθεια. Το παιδικό μου στομάχι στο τέλος δε χώρεσε όλη την κρέμα σοκολάτα με τα αμύγδαλα, το αφράτο παντεσπάνι και τα κερασάκια. Πήραμε όλοι μαζί το δρόμο του γυρισμού, το χαρτονένιο κουτί να έχει δανείσει λίγο από το βάρος του στην κοιλιακή μου χώρα.
  Στο σπίτι έκρυψα τον προσωπικό μου θησαυρό στο περβάζι του δωματίου μου, πίσω από την κουρτίνα, γιατί το όνειρο στην αυθεντική του εκτέλεση ορμήνευε να φάω τη λιχουδιά μόνη μου, όχι να τη μοιραστώ. Δε θυμάμαι τι έκανα αργότερα με όση περίσσεψε, ξέρω μόνο πως η εκπλήρωση του ονείρου δε με συγκίνησε ιδιαίτερα, ούτε με σημάδεψε ως μοναδική στιγμή απόλαυσης, όπως περίμενα.
  Ίσως ήταν η πρώτη φορά που μου φανερωνόταν με σαφήνεια ετούτη η οδυνηρή πραγματικότητα πως τα όνειρα είναι μάλλον καλύτερο να μένουν όνειρα• μόνο που δεν το κατάλαβα εκείνη τη στιγμή, χρειάστηκε μάλιστα να υποφέρω μπόλικες αποκαθηλώσεις για να το χωνέψω. Στο εξής αποφεύγω επιμελώς τις μεγάλες συνειδητοποιήσεις, γιατί χωνεύονται δυσκολότερα ακόμη κι από τις πιο μεγάλες τούρτες.

*

©Ζηνοβία Αντιδώρου
Advertisements