Τέος Ρόμβος, «Γεώργιος Νέγρος, ο τίγρης του Αιγαίου»

by SF

(Απόσπασμα)

Κάθε νέα ημέρα, πρωί-πρωί, κατεβαίνω τα 752 σκαλοπάτια από τη μεσαιωνική Απάνω Χώρα μέχρι κάτω στη νέα πόλη και πηγαίνω στο Ιστορικό Αρχείο. Περνάω όλο το πρωινό μου εκεί.

  Ανασκαλεύω χαρτιά, αναφορές του 19ου αιώνα, διαθήκες, νο- σοκομειακά αρχεία, κιτρινισμένα έγγραφα με άπειρα σχεδιά- σματα, άλλα καλλιγραφημένα από επιδέξιους γραφείς κι άλλα καμωμένα με δυσνόητες γραφές και στριφογυριστές ουρίτσες, φαντάζομαι ακροβασίες με τον κοντυλοφόρο πάνω στο χαρτί, πιρουέτες και σπαγγάτο για να γραφούν τα σχεδιάσματα-κείμενα, σαν να χορεύει ένα επιδέξιο ζευγάρι χορευτών ταγκό, απόλυτος συγχρονισμός κινήσεων του ενός κολλημένου πάνω στον άλλο, σαν τα δάχτυλα που τυλίγουν την πένα μέχρι την τελική φιγούρα, το τίναγμα στον αέρα και το βύθισμα στο μελανοδοχείο. Χαϊδεύω τα γράμματα από ξεθυμασμένα μελάνια που θρίφουν στο άγγιγμά μου κι αφήνουν σημάδια στις ρώγες των δαχτύλων και μια αίσθηση παλιών ιστοριών αναδύεται μέσα από δικόγραφα γεμάτα πάθη, ακόλαστους, απονενοημένους, φανερωμένους έρωτες, μοιχείες και μοιχαλίδες, σφαξίματα και ιστορίες με νεαρούς Υδραίους που έβραζε το αίμα τους και χειρίζονταν επιδέξια το λάζο και με τα δύο χέρια. Διαβάζω παλιά έντυπα και πολυκαιρισμένες εφημερίδες των πρώτων χρόνων της εγκατάστασης των προσφύγων στο νησί, εκείνων που δημιούργησαν το θαύμα της Ερμούπολης, μιας ολόκληρης πόλης που ξεφύτρωσε μέσα σε ελάχιστα χρόνια. Ανοίγω βαριά βιβλία με ξεχαρβαλωμένα εξώφυλλα, ξεφυλλίζω σελίδες με μουτζουρώματα από μολύβι και άπειρες σημειώσεις στις άκριες, παλιές μνήμες, κιτρινισμένο χαρτομάνι.
   Κάποια από εκείνες τις ημέρες των αναζητήσεων έπεσε στα χέρια μου ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον χειρόγραφο ανακατεμένο στα διάφορα λυτά έγγραφα, επρόκειτο για την αναφορά ενός ιερομόναχου ονόματι Άνθιμου Πουλάκη, απευθυνόμενη προς την ελληνική κυβέρνηση και αφορούσε την όλη κατάσταση της πειρατονήσου Γραμβούσας περί το τέλος του έτους 1827. Το παραθέτω αυτούσιο:
Προς τον ευσεβέστατον Κυβερνήτην και την ελληνικήν κυβέρνησιν ολωνών των Χριστιανών Ορθοδόξων.
 
Αυθέντες μου Δουλικώς σας προσκυνώ
 
Δεν αμέλησα αυθέντες μου εις το να καταγίνομαι με τα γενόμενα δια το μέλλον της πατρίδος, με λόγον και με έργον, το κατά δύναμιν. Και σας αναφέρω όσα είδα κι έφριξα, εις ετούτην την μικράν νήσον, αδικίες, κλεψιές, πορνείες, μοιχείες, και αφοβία Θεού.
  Ελόγου μου ευρέθηκα εις την Γραμβούσαν εις τα τέλη του έτους 1827, αφού αρμενίζαμε ημέρας δώδεκα από την Σύραν δια να φθάσομεν, έως οπού τέλος εποδίσαμε εις τον λιμένα, εδιπλαρώσαμε τον μώλο και επατήσαμεν εις την στερεάν.
  Δυτικά εις τον κόλπο Κισσάμου της Κρήτης και ολίγον νοτιότερα στέκει ο θεόρατος μαύρος Βράχος, η ξακουστή για τον κούρσο Γραμβούσα. Εις την κορφή το κάστρο με τις τάμπιες του και με τα αψηλά του μπεντένια, και ολόγυρα γκρέμνα και χάλαρα να χάσκουν. Ετούτο το άπαρτο καστέλι το χτίσαν οι Φράγκοι τους παλαιούς χρόνους. Εις τις αρχές Αυγούστου του έτους 1825 οι Σφακιανοί με τον Δ. Καλλέργη επικεφαλής επάτησαν με πανουργία την Γραμβούσα, καμωνόμενοι ότι ήτο τάχα η νέα φρουρά και επήρανε τον έλεγχο εις το κάστρο και έγινε ετούτο το νησί η πρώτη λεύτερη κρητική γης. Εις την Κρήτη ελυσσομανούσε ακόμη ο πόλεμος με τους Αγαρηνούς και ο οθωμανικός στρατός ανεγύριζε εις τα βουνά δια να συλλάβει και να φονεύσει τους τελευταίους επανάστατες ανυπότακτους.
  Όλοι οι σκιαγμένοι και κυνηγημένοι ηύραν καταφυγή εις την βραχώδη νήσο Γραμβούσα, όπου οι κάτοικοι σήμερον πρέπει να φθάνουν τας εξ χιλιάδες. Μόνον εις τον λιμένα εμάνθανα ότι εντός δύο ετών εχτίστηκαν διακόσια μαγαζιά κι αποθήκες.
  Ολίγον κατολίγον έγινε μέγα ορμητήριο για τον κούρσο και καταφυγή για εκατοντάδες μπαντίδους. Τα νέα εταξίδεψαν από τα στόματα εις τα ακοά και κατέφθασαν αλλοδαποί από διάφορους τόπους εις την νήσον δια να δουλέψουν εις τα πειρατικά και εγέμισε η νήσος από δαύτους και οι καπεταναίοι απέκτησαν τους κολιτζίδες τους. Είδα κι εθαύμασα τους μπαντίδους και την ξιπασιά των. Όλο τον καιρό του χειμώνος, όπου ένεκα των θαλασσοταραχών η πειρατεία πέφτει εις λήθαργον, είδα μεθύσα, είδα παλικαρέματα και φονικά, είδα πορνείες. Και έως οπού να επαναρχίση με την πρώτη άνοιξη το πειράτεμα οι τσούρμες κάθονται αλά Τούρκα εις τους καφενέδες και φουμέρνουν τους ναργιλέδες ανίσως δε μεθοκοπούν εις τις ταβέρνες.
   Και από κοντά όλοι οι καταστρεγμένοι από τον Αγαρηνόν εσκάρωσαν από μίαν καταφρονεμένην καλύβαν δια να κάθονται τα παιδιά τους, γδυμένα και αξυπόλυτα. Γύρω εις τον λιμένα υπήρχε κόσμος όπου επείναγε και στα καλυβάκια οι γυναίκες όπου είχαν απωλέσει την τιμή τους έκραζαν τους άντρες. Ένα πορνοστάσιον το όλον.
  Επήγα και εις το κάστρο, οπού ‘χει τις σιδερένιες πόρτες με τα μεγάλα καρφιά και το λεοντάρι του Αγίου Μάρκου από πάνω. Η φρουρά ήτο οπλισμένη με τρομπόνια και κανόνια. Εις το πιο αψηλό μπεντένι ανέμιζε η κρητική μπαντιέρα. Εις το κάστρο μέσα εζούσαν περί τις δυο χιλιάδες ψυχές, και εδώ εγίνετο το ξακουστό παζάρι με τις λείες. Εδώ ήρχονταν από τα τετραπέρατα του κόσμου εμπόροι και λησταποδόχοι δια να ψωνίσουνε τις λείες οπού πουλούνται ευθηνότερα από άλλες αγορές. Υπήρχε και του πουλιού το γάλα: σάκοι καφές Αμερικής, μεγάλες ποσότητες ινδικής κάνναβης, μπαχάρια όλων των λογιών, φάρμακα, ατσάλια, ωρολόγια, κάτοπτρα, τηλεσκόπια, ήλοι κασσιτέρου, ναυτικά, μαθηματικά και χειρουργικά εργαλεία, κουτιά καμπανίτης, βαφές όλων των λογιών, μουσελίνες, βαμβακερά πανιά, τρίτσια εμπριμέ, βατίστα και γάζα, υφάσματα νανκίν, μάλλινα υφάσματα, βελούδα, σατέν, λινά, σάλια, ολάκερη η Μεσόγειο ήρχονταν εις την Γραμβούσα και εψώνιζεν. Οι μπαντίδοι κι όσοι έκαμναν το εμπόριο δεν ήξευραν την πραγματική αξία των πραγμάτων που επώλουν πλην ήθελον να τα ξεφορτώνονται μίαν ώραν αρχύτερα κι έτσι οι λησταποδόχοι τα αγόραζαν σε χαμηλές τιμές.
 
  Εις τον τόπον όπου λογίζονται για παλληκάρια οι Πρωτοκλέπται, Χαϊδούκοι, Μπαντίδοι και Κουρσάροι, ότι αυτοί εσήκωσαν την επανάστασιν και έκαμαν τον ιερόν Αγώνα, όπου δεν είχαν ούτε ιερόν ούτε όσιον, τι να περιμένει κανείς; Σήμερον οι ίδιοι φέρουν γενικώς το όνομα καπεταναίοι και οπλαρχηγοί και παντού όπου υπάγεις στις κλεφτοφωλιές της Άσπρης Θάλασσας, όπου δεν φθάνει ο νόμος και όπου άλλοτες οι νοτάριοι και Δημογέροντες ήταν οι κριτές για δικαιοσύνη, σήμερον όλοι ετούτοι ήναι υποχείρια των οπλαρχηγών και των καπεταναίων οπού αδικοκρίνουν και το δίκαιον κάμνουν άδικον. Και οι ίδιοι οι Δημογέροντες τρεμάμενοι και φοβούμενοι, έχουν παραχωρήσει εις τους οπλαρχηγούς την επίσημη σφραγίδα της Κοινότητας δια να τη μεταχειρίζονται εις τις ιδικές τους υποθέσεις. Τι άλλο να αναμένομεν το λοιπόν;
  Καμπόσοι από δαύτους, οπλαρχηγοί και καπεταναίοι, από όλη την επικράτειαν εσυνάχθησαν εις ετούτο τον άπαρτον Βράχο αναζητούντες παραμυθίαν και γυρεύοντας πλούτον από τον κούρσο και την πειρατείαν. Η Γραμβούσα γέμει από ανθρώπους πλουσίους, όπου ολίγους χρόνους πριν δεν είχαν ούτε ψωμί να φάγουν και απόκτησαν πλούτο ξαφνικόν κάνοντας αδικίες και κλεψές. Πλην τι να λέγω και δι’ αυτούς;
  Κατά πρώτον ήναι οι Κρητικοί αλλά και αναρίθμητοι άλλοι φερμένοι από ελληνικά μέρη, Μάνη, Ψαρρά, Κάσον, Ύδρα, Σπέτσες, Μεσολόγγι. Τα πλοία τους τα παρουσιάζουν ως κρητικά με έγγραφα εις το όνομα ενός κρητικού καπετάνιου.
  Εδώ εσυνάντησα όσους εξουσιάζουν το Βράχο, πλήθος ξακουστοί κακούργοι. Ο Αναγνώστης ο Ψαρουδάκης εκ Σφακίων όπου ήναι ο πρώτος διδάξας την πειρατείαν, ο παπά Γρηγόρης Δαμαλάκης, άνθρωπος θηριώδης, κτηνώδης και αχρείος. Ο βίος του γέμει δολοφονίες, βιασμούς, βασανιστήρια, πειρατείες. Πολλάκις ντύνεται γραία δια να μην τον ανιώνουν οι εχθροί και να σφάζει αιφνιδίως. Διηύθυνε και επιστάτησεν εις περισσοτέρας πειρατικάς πράξεις παρά άλλος κανείς εις τον κόσμον. Ο Γεώργιος Λούπης ή Λουπάκης, ήναι συμμέτοχος όλων των πλοίων των στελλομένων απ ετούτον τον λιμένα εις πειρατείαν. Έχει τρεις κολιτζίδες και αυτοί πράττουν τα όμοια, ως και τον αυθέντη τους, φονεύουν, γδύνουν, παιδοφθείρουν, γυναικοφθείρουν και καθεξής. Ο Γιάκωβος Σκανδαλάκης, διοίκησε διαφόρους γολέττας ικανόν καιρόν και πλουτήσας έπαυσε του να πλέει, ήναι σκληρός και κτηνώδης. Ο κακούργος Αθανάσιος Τραμουντάνας εκ Μεσολογγίου, ο Μανούσος Παπαδάκης εκ Σφακίων, γνωστός ως Κασιδομανούσος, οι Αντώνιος, Νικόλαος και Ανάργυρος από την Ύδραν, ο Κούτσης εκ Σπετσών, ο Αντώνιος Ελιού εκ Κάσσου και ο οπλαρχηγός Γεώργιος Δρακονιανός. Ο Εμμανουήλ Δικτάκης, Σπανός ονομαζόμενος, δια τούτον ήκουσα ότι αφού εγύμνωνε τα πλοία έδενε εις το κανόνι τον κυβερνήτη και τον εράβδιζεν απάνθρωπα. Και ότι κακομεταχειρίζεται αγρίως τους όποιους συλλαμβάνει σκλάβους. Έως και τον αγριάνθρωπο Γιώργη Ξεκουκούλωτο όπου έχει τ’ ορμητήριό του εις Αντίπαρο εσυνάντησα εις τον Βράχον. Και τέλος τον παπά Μαρτινιανό Περάκη, όπου ήναι ο αρχηγός της Επιτροπής και μέλος του Συμβουλίου του Αγώνα και φρούραρχος. Ούτος ως ήκουσα επροσπάθησε παλαιόθεν να παύση την πειρατείαν, πλην δωροδοκηθείς έγινε συμμέτοχος εις κάθε πλοίον και λαμβάνει μερδικόν από πάσαν λείαν. Κι έτσι το Κρητικό Συμβούλιον έγινε το ένα με τους μπαντίδους.
  Και με συγχωρείτε με το να σας πολυλογίζω όσα σας έγραψα δια τους οπλαρχηγούς και καπεταναίους, δια να εννοήσετε τι ακριβώς συμβαίνει εις τον μαύρο Βράχον της απωλείας. Και πώς ακριβώς κάμνουν τις βρωμοδουλειές των οι καπεταναίοι, αλλά και ποιος να τους ομιλήση. Όποιος αντιμιλήσει τον σφάζουν εις το γόνυ ωσάν γίδα, απλώς για μίαν στραβή ματιάν ή για έναν λόγο του κρασιού.
  Οι οπλαρχηγοί και οι καπεταναίοι ήναι αδελφοποιτοί, έχουν ενώσει τα αίματά τους με όρκον όμοιον με τον οπού έκαμαν οι επαναστάτες του ιερού Αγώνος και ήναι και οι αρματόροι των πλοίων και τρώγουν τον δαίμονα. Ο καθείς τους κατέχει τρεις έως και πέντε πειρατικές μπρικογολέττες και μεταφέρουν τις πρίζες εις το νησί και τις αποθηκεύουν σε υπόγειες κρύπτες μέσα εις το κάστρο. Τα πειρατικά πλεούμενα εις τον λιμένα ήναι όλων των λογιών περάματα, φούστες, καΐκια, τρεχαντήρια. Και έχουν συστήσει μια μετοχική εταιρεία όπου όλοι οι καπεταναίοι ήναι μέτοχοι εις τα πειρατικά και παίρνει ο καθείς το μερδικό του.
  Από την Γραμβούσα ελέγχουν το κρητικόν πέλαγον και κουρσεύουν τα επτανησιακά πλοία που απερνούν και εφοδιάζουν τα στρατεύματα των Τουρκοαιγυπτίων εις τα Χανιά και εις το Ηράκλειο. Πλην οι μπρικογολέττες ατακάρουνε και τα φράγκικα καράβια που έρχονται από την Εσπερία ή από τα μέρη της Ανατολής και κουβαλούν καλούδια από το Μισίρι. Οι λείες ήναι συχνές και πλούσιες.
  Στοχαστείτε αυθέντες μου, οι ίδιοι οι καπεταναίοι κομπάζουν ότι σε πέντε χρόνους μέσα έγδυσαν έως και πεντακόσια καράβια. Τις πρίζες τις φυλάγουν σε αποθήκες που χτίστηκαν προς τούτο εις τον λιμένα. Πολλά τα κουβαλούν και εις το κάστρο όπου γίνεται το παζάρι. Εκεί έχει πολλές κρυψώνες, στέρνες, καταβόθρες και πηγάδια. Αλλά και τα μπουντρούμια του κάστρου ήναι φίσκα με σκλάβους απ’ όλα τα γένη.
  Η μοιρασιά γίνεται πάντα σύμφωνα με το κατάστιχον όπου ήναι καταγραμμένα όλα τα κουρσάρικα της Γραμβούσας και οι καραβοκύρηδες και οι μέτοχοι. Και όλοι των παίρνουν μερδικό, ακόμη και οι χήρες, αναλόγως το μέρος του καθενός εις το μπάρκο. Βγαίνουν και τα μερτικά της τσούρμας. Το Συμβούλιο του Αγώνος παίρνει το 1/5 και γι αυτό έχει και αξιόλογους πόρους. Το 1/5 από τις πρίζες κρατείται δια την φρουρά του νησιού και το κοινό ταμείο και ένα μέρος πηγαίνει εις την εκκλησιά της νήσου, την «Παναγιά την Κλεφτρίνα» όπου μέσα εις ολίγους χρόνους γιόμισε από μαλαματένια και ασημένια τάματα.
  Και, τέλος, επειδή υπάρχουν και πολλοί άνθρωποι πτωχοί από όλα τα γένη, όπου ζούνε στο ξάστερο και κοιμόνται εις τους βράχους, σε σχισμές και σε σπηλιές και δεν έχουν ένα κομμάτι ύφασμα να ρίξουν απάνω εις τη γδύμνια τους, βγάζουν ένα μερδικό από τις λείες και τα κέρδη δια τους πεινασμένους αλλά κι αυτό δεν το κάμνουν σωστά και αρκετές γυναίκες και παιδία αποθαίνουν από την ασιτίαν. Τοιούτα υποκείμενα ήλθαν εδώ και κάμνουν κουμάντο.
 
Ω θεέ μου, και πώς βαστάς και δε μας καταποντίζεις απόσα είδα εις αυτό το νησί!
( Άνθιμος)

***

©Τέος Ρόμβος –απόσπασμα από το βιβλίο «Γεώργιος Νέγρος, ο τίγρης του Αιγαίου»  -Τον ευχαριστούμε απεριόριστα για την γενναιοδωρία του να διαθέτει ελεύθερα προς το κοινό τα βιβλία του.
Φωτογραφία: Ann Bonny and Mary Read convicted of Piracy Novr. 28th. 1720 at a Court of Vice 

Admiralty held at St. Jago de la Vega in a Island of Jamaica.:a copper engraving

Το εξώφυλλο του βιβλίου του Ρόμβου για τον Ελληνα πειρατή Γεώργιο Νέγρο





Advertisements