Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, «Η Φεύγουσα κόρη»

by SF

Την είδα που έφευγε μες στη νύχτα. Πέρασε τα ερρειπωμένα εργοστάσια, με την καφετιά της φορεσιά, τις νευρώδεις πτυχώσεις. Τη φώτισαν οι δημοτικοί στύλοι στην είσοδο του «Τιτάνα», τσιμέντο και κλεισμένες υψικάμινοι σ΄ολόκληρο τον ορίζοντα. Η κόρη τρομαγμένη πέρασε εμπρός από το χώρο του τελεστηρίου. Στάθηκε, τη φυσούσε ο ζεστός, νότιος άνεμος του καλοκαιριού. Εκείνοι που φυλούν τα μνημεία, είχαν αποκοιμηθεί μεθυσμένοι, κανείς δεν φυλά την όμορφη Περσεφόνη, κανείς δεν την προσμένει.

Οι γυναίκες που ανέβαιναν ψηλά στο ναό την είδαν που περιφερόταν, μια σκιά με αρχαία καταγωγή, μες στον κόσμο των ανθρώπων.Στο εδώλιο άφησε ένα κατακόκκινο ρόδο, έπειτα αφέθηκε στον άνεμο, προχώρησε προς τα ναυπηγεία. Στάθηκε στην άκρη του κόσμου, σε μια προβλήτα βαθιά μες στη θάλασσα. Οι γυναίκες σταυροκοπιόνταν ψηλά στα πέτρινα σκαλοπάτια, έλεγαν προσευχές και ακαθόριστους γεφυρισμούς, όπως τότε που συνέρρεαν από όλους τους τόπους οι θεοί και οι άνθρωποι. Έπειτα συνέχισαν στον ανηφορικό δρόμο και είχαν τα μάτια τους στυλωμένα στους ρημαγμένους ορίζοντες με τις γερανογέφυρες, τους προβολείς στις πιο ψηλές κορυφές που παίζουν κάποιο ρόλο για την αεροπλοϊα. Τώρα οι εργάτες ξυπνούν, πλένουν τα πρόσωπά τους, έξω είναι χάραμα και έχει μια βαθιά υγρασία. Έπειτα στέκουν στο τραπέζι που έχει μονάχα το μαχαίρι, μιλούν χαμηλόφωνα μην τάχα και ξυπνήσουν το παιδί, δεν υποψιάζονται πως η κόρη φεύγουσα περνά έξω από τα κατάκλειστα, χαμηλά τους σπίτια, με βρεγμένο το φουστάνι και τα μικρά πέτρινα μάτια της στυλωμένα στα πίσω χρόνια, τότε που τάφηκαν με όλες τις τιμές οι στρατηγοί και τώρα ένας ένας τραγουδούν και οι σκαπανείς ξεχωρίζουν το θόρυβο και γονατίζουν με δέος εμπρός στο παλιό παρελθόν που ξεπηδά πελώριο και κορυφαίο, μια θρυλική ιστορία και η Περσεφόνη δεν μιλά και δεν θα φανεί στην Ελευσίνα. Σε τούτο τον τόπο τα χώματα δεν καρπίζουν και όλοι προσμένουν από τον αμίλητο Αισχύλο την ετυμηγορία έτσι όπως στέκει κουρασμένος εμπρός από τα καφενεία του παλιού οικισμού. Οι άνδρες βαδίζουν με ένα αργό βήμα, σαν αιωνιότητα, μαζεύονται γύρω από τα φορτηγά των εργολάβων που γυρεύουν χέρια για να δουλέψουν τα μάρμαρα και είναι πολλοί, νεκρά πουλιά στο τέλος των χειμώνων, κατάκοπα πάνω στα κιγκλιδώματα. Στον παλιό συνοικισμό ο δρόμος εκτέινεται σε μια ανυπολόγιστη απόσταση. Στενός, δύσκολος δρόμος, στο βάθος οι σκιές των πρωινών ποδηλατών που εποφθαλμιούν το καινούριο φως. Και κάτω από τα κλειστά παράθυρα η φεύγουσα κόρη με τη ρευστή ακινησία της, που δεν μιλά, μονάχα φωτίζεται και σώνεται μέσα της ο πηλός και η επιτηδευμένη ανθρωπιά της. Ένας άνδρας μετρίου αναστήματος περνά εμπρός από την κόρη. Κάνει ένα επίμονο θόρυβο καθώς σέρνει πίσω του σταυρό φτιαγμένο από παλιοσίδερα, σκραπ και ότι σώθηκε από το χαμό. Οι άνδρες δουλεύουν ετούτα τα υλικά με τα χέρια τους, χτυπούν τα σίδερα με τις βαριές και αργά πια μεθούν στα πόδια του Αισχύλου. Η φεύγουσα κόρη βαδίζει προς τα κύματα.Τα αγόρια που ερωτεύονται στους μόλους, θεσπέσια κορίτσια με στάχινα μαλλιά, μορφές αγίων με την οξύτητα της πίστης που θεμελιώνεται μες στον καιρό της Σαρακοστής. Οι παράφρονες με χώματα στα χέρια, μεθυσμένοι τραβούν κατά τα διυλιστήρια. Η απόσταση συνιστά μια μεγαλοπρέπεια. Εκεί στεγάζεται τώρα το νέο θυσιαστήριο Περσεφόνη, μην τρομάζεις, οι πνεύμονές μας είναι γεμάτοι σκόνη βαριά από την επεξεργασία του χαλικού. Η φεύγουσα κόρη στέκει και κλαίει για την πόλη με τις μεγάλες αποθήκες των ελαιοπαραγωγών που είνα τώρα άδεια, πλίθρινα σπίτια με τσίγκινες σκεπές δεμένες στα δοκάρια. Το επόμενο πρωινό η φεύγουσα κόρη είναι ξανά στο περικλεές βάθρο της. Το μουσείο έχει τοίχους από ώχρα και παρά τη σιωπή τους ετούτες οι δημιουργίες μοιάζουν να εξηγούν την ακαταννόητη, μεσογειακή ομορφιά, την επισημότητα που σε κάνει να απορρείς και να μην ξέρεις σε ποια σπουδαία πόλη μαθήτεψαν όλες ετούτες οι μορφές, σε ποια μεγάλη θρησκεία ανήκαν όλες αυτές οι κόρες και οι σπαραγμένοι έφηβοι με τα κατακερματισμένα άκρα. Αν προσέξεις θα δεις τις πτυχώσεις της φεύγουσας κόρης να σαλεύουν στις ανεπαίσθητες ριπές του ανέμου, όσες προκαλούνται από τις διελεύσεις των φοιτητών της εθνικής σχολής των καλών τεχνών. Όσοι περνούν τη λίμνη του Κουμουνδούρου, ερχόμενοι από την πόλη των Αθηνών, περιβάλλονται από μια ιερότητα, καθώς εκείνη της ζωής και της λατρείας της. Στο βάθος φέγγει παγωμένη η αρχαία Ελευσίνα. Μια άλλη κόρη, φεύγουσα.

 

©Απόστολος Θηβαίος
Φωτογραφία: «Τιτάνας από θάλασσα» από την ιστοσελίδα του Δήμου Ελευσίνας 
Advertisements