Νανά Τσόγκα, Οι αθόρυβοι θάνατοι –Put the blame… και σ’ εσένα, μωρό μου

by SF


StoneKing

Η Ρίτα τού πέταξε κατάμουτρα τα μακριά της γάντια, μάζεψε το μεταξωτό της φόρεμα και τα μαύρα λουστρίνια, κι έκλεισε πίσω της την πόρτα με εκκωφαντικό πάταγο.

  Εκείνος, μετά από ενάμιση μπουκάλι bourbon, κατέληξε στην κουζίνα. Έβαλε νερό να βράζει, κάπνισε και το υπόλοιπο από το τρίτο πακέτο, σιχτίρισε την ατυχία του να μην μπορέσει να την σταματήσει, κι έριξε στην κατσαρόλα τα μακαρονάκια ‘κοχύλια’ που είχε φέρει εκείνη χθες.
  Καθώς φούσκωναν, έβλεπε στις καμπύλες τους, τους γυμνούς της ώμους,…
  Ούτε να κλάψει δεν μπορούσε.
  Κάτω απ’ τα πόδια του, μια σχισμή στο πάτωμα… ανοίγει αργά αλλά σταθερά… γίνεται ρωγμή… μεγάλο άνοιγμα… χαράδρα σε λίγο… Δεν την προσέχει.
  Φύλλα, τρεχούμενα νερά, δροσιές και μικροί καταρράκτες… ζώα περήφανα και σιωπηλά… λουλούδια πολύχρωμα κι εξωτικά με μεθυστικά αρώματα… κι ανάμεσά τους, το χαρτί – με την συμπαθητική μελάνη που έψαχνε εδώ και τριάντα χρόνια – όπου αναδύονταν γράμμα-γράμμα οι στίχοι του Ντύλαν Τόμας:
  «Μην πας ευγενικός μες στην καλή νύχτα, να οργίζεσαι όταν πεθαίνει το φως…»
  Έσβησε όλα τα φώτα κι έφυγε παραπατώντας για το γωνιακό ξενυχτάδικο.
  Το επόμενο πρωί, ακριβώς 64 χρόνια πριν, η Νόρα παρατούσε το Κουκλόσπιτo˙ με δαντελένια γάντια και τα μαλλιά της ξέπλεκα – η φουρτούνα της απεγνωσμένης καρδιάς την ξέβρασε στην παγωμένη, εχθρική κοινωνία. Αψήφησε τις συμπληγάδες Χέλμερ και Κρόγκσταντ, απαυδισμένη από το συννεφένιο στρίμωγμα της ζωής τους, αλαφιασμένη να βρει την λύση στην εξίσωση της ευτυχίας.
  Η Νόρα είχε αυτό που απελπιστικά μας λείπει στον καινούργιο αιώνα: την αθωότητα και την ορμή της ελπίδας, τη σιγουριά που έφερνε ο αέρας της ‘βιομηχανικής’ ελευθερίας με το αιτιολογημένο (αλλά ανυποψίαστο) χαμόγελο του ‘Venceremos’ – πριν από την διάψευση που άνθισε με την (αμετ)ανόητη έκρηξη των δύο μεγάλων πολέμων.
  Για τη Νόρα δεν μάθαμε… ούτε για την Ρίτα μάθαμε τι απέγινε, μετά από εκείνη τη νύχτα που ξεπόρτισε μόνη στην μπουχτισμένη ευμάρεια της μεγαλούπολης.
  Δυο γωνίες πιο κάτω – πριν συναντήσει τη Λούλου μέσα στον ύπνο του και έξω στη γέφυρα, για να του χαρίσει μια άλλη ζωή, του ονείρου – εθεάθη ο Χάρβεϊ Καϊτέλ να μπαίνει στο μαγαζάκι του Πωλ Ώστερ με τους ματαιωμένους έρωτες και τις παρακμασμένες ιστορίες περιφερόμενων μάγων της ζωής – κι άλλος ‘καπνός’, μες στην ομίχλη των αισθημάτων.
  Προς το παρόν, ο Χάρβεϊ κι ο Ουίλιαμ καπνίζουν και χαμογελούν – χωρίς λόγια. Ο Πωλ άφαντος, αλλά τα πάντα εποπτεύων. Κόσμος μπαινοβγαίνει για ένα πακέτο τσίχλες ή τσιγάρα, για μια κουβέντα. Έτσι περνά ήρεμα ο καιρός στην ταμπακερί του Μπρούκλιν – οι άνθρωποι και οι ιστορίες τους δεν λέγονται˙ γιατί συμβαίνουν.
Στο μεταξύ, εκείνος που δεν ήταν ο Γκλεν Φορντ κι έβγαλε τη νύχτα στο πεζοδρόμιο χωρίς τη θέλησή του, αργά το μεσημέρι, ξύπνησε απ’ τις σειρήνες της πυροσβεστικής.

Στ’ αυτιά του, ακόμα το γέλιο εκείνης, που δεν ήταν η Ρίτα Χέηγουορθ.

Ταλαίπωρη καρδιά. 

«Eίμαι πέτρα ή δέντρο; Σκύλος ή πουλί;
Σκύλος με φτερά. Eίσαι ωκεανός ή ποτάμι;
Σπίρτο ή αναπτήρας; Aυτοκίνητο ή ποδήλατο; Kορυδαλός ή κουκουβάγια;
Παπούτσια αθλητικά ή μπότες;
Kαταλαβαίνεις ή είσαι στο σκοτάδι; Eίμαι εδώ ή αλλού;
Tί σημασία έχει; η ζωή είναι μία ψευδαίσθηση. Eίμαι καλός ή κακός;
Kαλός με κακά στοιχεία. Όπως όλοι. Eίμαστε όλοι χαμένοι. Mόνο όταν το παραδεχτούμε, θα βρούμε τον εαυτό μας.»

Paul Auster: Lulu on the Bridge, 1998

Lulu on the bridge, soundtrack


©Νανά Τσόγκα, από ‘’το ΟΝειρο του Κόσμου’’ (υπό έκδοση)
φωτο©Στράτος Φουντούλης, «Café Bruxelles, 2008»

Advertisements