Περιηγήσεις Ναυτίλου, Η Κυψέλη -του Καμίλο Χοσέ Θέλα

by SF

«Madrid es una ciudad de más de un millón de cadáveres (según las últimas estadísticas)…«
Dámaso Alonso: Insomnio
«

Η Μαδρίτη

είναι μια πόλη ενός εκατομμυρίου πτωμάτων…» γράφει ο Αλόνσο στο διάσημο ποίημά του: «Αϋπνία», για την καστινιάλικη μεγαλούπολη του 1940. Και ο Καμίλο Χοσέ Θέλα (1916-2002) στην «Κυψέλη» του περιγράφει αυτήν ακριβώς τη Μαδρίτη. Τρία χρόνια μετά τον Εμφύλιο και στη σκιά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου παρακολουθούμε τρεις-τέσσερεις μέρες από τη ζωή διακοσίων περίπου Μαδριλένων. Δεκέμβρης του 1942 κι όλα ξεκινούν στο καφέ της δόνας Ρόζας…

 

«-Να ξέρουμε ποιοι είμαστε! Μάλλιασε το στόμα μου να το λέω: αυτό είναι το μοναδικό που έχει σημασία.
Η δόνα Ρόζα πηγαινοέρχεται ανάμεσα στα τραπέζια του καφενείου σκοντάφτοντας επάνω στους πελάτες με τον τεράστιο πισινό της… Για τη δόνα Ρόζα ο κόσμος είναι το καφενείο της και γύρω από το καφενείο της όλα τα υπόλοιπα…«
Έτσι μας καλωσορίζει στη φρανκική κόλαση της Μαδρίτης ο Θέλα. Μας παίρνει απ’ το χέρι και μας πηγαίνει από τραπέζι σε τραπέζι για να γνωρίσουμε τους θαμώνες του καφενείου, αλλά πλανώμεθα πλάνην οικτρά αν νομίσουμε ότι θα αρκεστεί σ’ αυτούς… Μας βγάζει έξω στους δρόμους και ακολουθούμε κι άλλους χαρακτήρες για να βρεθούμε μαζί τους σε φτωχογειτονιές, σε φούρνους, σε πορνεία και σε εξαθλιωμένες κατοικίες. Και πριν καλά-καλά γνωρίσουμε κάποιον απ’ αυτούς, τον χάνουμε για να τον ξαναβρούμε αργότερα… αν τον ξαναβρούμε.
Μαδρίτη του ’42… εικόνες μιας άθλιας ζωής: Τρομοκρατία, πείνα, μαύρη αγορά, εκμετάλλευση, εκπόρνευση, αρρώστιες… Ένα πραγματικά ζοφερό και απαισιόδοξο έργο.
«Το μυθιστόρημα δεν είναι τίποτ’ άλλο από μια χλομή αντανάκλαση, μια ταπεινή σκιά, της καθημερινής τραχιάς, σπαραχτικής και οδυνηρής πραγματικότητας και δεν φιλοδοξεί να είναι τίποτα περισσότερο -ασφαλώς ούτε και λιγότερο- από ένα κομμάτι ζωής που η εξιστόρησή του γίνεται βήμα με βήμα, χωρίς υπεκφυγές, χωρίς παράξενες τραγωδίες, χωρίς οίκτο, αλλά έτσι όπως κυλάει η ζωή, ακριβώς όπως κυλάει η ζωή«, έγραφε στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης, το 1951, ο συγγραφέας.
«Η Κυψέλη» φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως ένα καλοκουρδισμένο ρολόι. Κάθε γρανάζι, κάθε βιδούλα έχει το ρόλο της σ’ αυτό το πολύπλοκο κι εντυπωσιακό σύνολο. Είπαμε… φιλοδοξεί, αυτό δε σημαίνει ότι το κατάφερε κιόλας. Τουλάχιστον όχι τόσο, όσο θα ‘θελε ο δημιουργός της. Όσο προσεκτικός αναγνώστης κι αν υπήρξα, όσο καλός μαθητής κι αν ήμουν κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης (κρατώντας σχολαστικές σημειώσεις), δεν κατάφερα να μην χαθώ μέσα στη «Μαδρίτη» του Καμίλο Χοσέ Θέλα. Οφείλω όμως να ομολογήσω, ότι ένιωσα κι εγώ το αδιέξοδο των ηρώων του και γεύτηκα το θάνατο σε όλες του τις εκδοχές. Από μιαν άποψη δηλαδή, τα γρανάζια λειτούργησαν θαυμάσια, μόνο που με συνέθλιψαν…
«Στη μιάμιση με δύο τα ξημερώματα η νύχτα πέφτει βαριά πάνω στην παράξενη καρδιά της πόλης. Χιλιάδες άντρες κοιμούνται αγκαλιασμένοι με τις γυναίκες τους χωρίς να σκέφτονται τη σκληρή, την ανελέητη μέρα που ίσως τους περιμένει παραμονεύοντας σαν αγριόγατα μέσα στις τόσο λίγες ώρες που απομένουν. Εκατοντάδες κι εκατοντάδες μοναχικοί άντρες παραδίδονται στο κρυφό, στο υπέρτατο, στο απαλότατο βίτσιο της μοναχικής ηδονής. Και μερικές ντουζίνες κοπέλες περιμένουν -τι περιμένουν, Θεέ μου; Γιατί τις έχουν τόσο εξαπατήσει;- με το μυαλό τους γεμάτο με χρυσά όνειρα…»
Το μυθιστόρημα λογοκρίθηκε από το φρανκικό καθεστώς, του οποίου ο Θέλα υπήρξε θερμός υποστηρικτής, και δεν μπόρεσε να εκδοθεί στην Ισπανία. Έτσι ο συγγραφέας κατέφυγε στην Αργεντινή του Περόν, όπου με μερικές μικροαλλαγές (λογοκρισία κι εκεί) κατόρθωσε να το εκδώσει το 1951. Ο Καμίλο Χοσέ Θέλα Τρούλοκ, 1ος Μαρκήσιος της Ίρια Φλάβια (πήρε τον τίτλο ευγενείας από τον βασιλιά Χουάν Κάρλος το 1996), παρά τις διώξεις που υπέστη ως συγγραφέας από το φρανκικό καθεστώς, υπήρξε σημαντικός πληροφοριοδότης της μυστικής του αστυνομίας! Τι σχέση έχουν αυτά με την εξαιρετική «Κυψέλη»; Ακόμα δεν έχω βρει ικανοποιητική απάντηση. Ίσως και ο μαρκήσιος να ξεπήδησε μέσα από μια κυψέλη, όπου βρίσκουν θέση και οι βασίλισσες με τις εργάτριες και οι κηφήνες με τους χαφιέδες και το μεγαλείο με την αθλιότητα… Ίσως και ο μαρκήσιος να είναι και ο ίδιος ένας απ’ τους 160 χαρακτήρες, που τόσο εύστοχα δημιούργησε…
Κάθε φορά που διασταυρωνόμουνα με κάποιον ηλικιωμένο (που ‘φερνε ανάγλυφα τα σημάδια του χρόνου πάνω στο πρόσωπό του), είτε στις μεγαλοπρεπείς πλατείες της πόλης, είτε στα πάρκα, είτε στο μετρό, αναρωτιόμουνα πώς μπόρεσαν να αντέξουν σαράντα χρόνια μιας στυγνής δικτατορίας… μια ολόκληρη ζωή! Τι σχέση μπορεί να έχει η Μαδρίτη του Φράνκο με τη λαμπερή μεγαλούπολη που επισκέφτηκα πριν από λίγο καιρό; Αν απαντούσα βιαστικά, θα ‘λεγα καμία. Ωστόσο, στους μεγάλους περιπάτους μου συνάντησα κάποιες γειτονιές που δεν μου ‘φεραν στο νου μόνο τη Βαρκελώνη του «Biutiful» του Ινιάριτου αλλά και την ίδια τη Μαδρίτη της «Κυψέλης».
«Το πρωινό ανεβαίνει, σιγά σιγά, στον ορίζοντα σκαρφαλώνοντας σαν ένα σκουλήκι στις καρδιές των αντρών και των γυναικών της πόλης, χτυπώντας σχεδόν παιχνιδιάρικα -σαν να χτυπάει σε πόρτες- επάνω στα φρεσκοξυπνημένα μάτια, αυτά τα μάτια που ποτέ δεν ανακαλύπτουν καινούριους ορίζοντες, καινούρια τοπία, καινούριες ομορφιές.
Ωστόσο, το πρωινό, αυτό το αιώνια επαναλαμβανόμενο πρωινό συμβάλλει λιγάκι στο ν’ αλλάξει η θωριά της πόλης -αυτού του τάφου, αυτής της ανθρωποθάλασσας, αυτής της κυψέλης…
Ο Θεός να μας λυπηθεί!«

*
©Το κείμενο, τις σημειώσεις, καθώς και όλες τις εικόνες που το κοσμούν θα τις βρείτε στον ιστότοπο του Ναυτίλου. 

Advertisements