Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Λούλα -απόσπασμα

by SF

ΧΑΪΔΕΥΟΤΑΝ… ναι, αυτό έκανε για πρώτη φορά στη ζωή της! Χαϊδευόταν ελπίζοντας όχι απλώς να νιώσει ηδονή, αλλά να οδηγήσει την ηδονή της στο αποκορύφωμά της, εκεί όπου δεν είχε καταφέρει ποτέ να φτάσει με τον Στέλιο. Αν το κατόρθωνε αυτό μόνη της, τότε δε θα τον είχε πια ανάγκη τον Τέλογλου – ούτε αυτόν ούτε τον πελώριο πούτσο του. Θα ήταν αυτάρκης και πανευτυχής και δε θ’ ανησυχούσε ποτέ πια για το αν θα τον έχανε ή όχι. Ναι, αν κατάφερνε να φτάσει σε οργασμό από μόνη της, τότε όλα της τα προβλήματα θα είχαν λυθεί ως διά μαγείας, θα είχε μια για πάντα απαλλαγεί από τα δεινά της.
   Αυτό είναι, αυτό, αυτό, αυτό! ούρλιαξε μια φωνή μες στο κεφάλι της. Μη σταματάς, συνέχισε, μη σταματάς, μη στα… μα…
   Προς στιγμήν η Λούλα είχε φοβηθεί ότι η συνειδητοποίηση του τι ακριβώς έκανε θα μπορούσε και να τη φρενάρει, αλλά τελικά την απελευθέρωσε και τώρα τα δάχτυλα του δεξιού της χεριού βυθίζονταν σαν παλλόμενα έμβολα μες στην υγρή κάτω πύλη της, χωρίζοντας στα δυο την απαλή, φλογισμένη σάρκα. Ύστερα βγήκαν και, μουσκεμένα όπως ήταν από τα κολπικά υγρά της, άνοιξαν τα πέταλα του αιδοίου της και άρχισαν να παίζουν με την κλειτορίδα της. Την έτριβε και τη χάιδευε ανασηκώνοντας την και μπατσίζοντάς την ελαφρά με τις άκρες των δαχτύλων της, κάνοντάς την να κυματίζει μανιασμένα, όπως όταν χτυπάει ο άνεμος ένα κουρελάκι. Και ταυτόχρονα προσπαθούσε να μη σκέφτεται τι είναι αυτό που κάνει, προσπαθούσε να εκτελεί τη διαδικασία μηχανικά, σαν κουρδισμένη.
   Τώρα είχε ξανά προσηλωθεί στις σκηνές που προβάλλονταν μέσα στη σκοτεινή οθόνη του μυαλού της. Ο γυμνάστης χτυπιόταν σαν παλαβός πάνω στα οπίσθια της ξανθιάς, η οποία είχε χώσει το πρόσωπό της ανάμεσα στα πόδια της καστανής και έγλειφε. Οι κραδασμοί από τις παλινδρομικές κινήσεις του νεαρού μεταφέρονταν πάνω στην καστανή, η οποία τρανταζόταν ολόκληρη, σαν να τη γρονθοκοπούσαν, με το κεφάλι της να πηγαινοέρχεται στους ώμους, τα γυμνά της στήθη να χορεύουν στον αέρα και το στόμα της ν’ αφήνει άναρθρες κραυγές από τη μεγάλη καύλα. Ο ρυθμός με τον οποίο έτριβαν τα δάχτυλα της Λούλας την κλειτορίδα της, ή και μπαινοέβγαιναν πότε πότε ανάμεσα στα πόδια της, ήταν ίδιος με το ρυθμό που γαμούσε ο γυμναστής την ξανθιά, ίδιος με το ρυθμό που δονούσε με τις παλμικές κινήσεις του ολόκληρο το τρίο, ολόκληρο εκείνο το αλλόκοτα ενωμένο ανθρώπινο σύμπλεγμα…
***
ΤΕΛΙΚΑ, η Λούλα δε χαϊδευόταν απλώς. Αυνανιζόταν για πρώτη φορά στη ζωή της και ένιωθε υπέροχα. Το χόρτο την είχε βυθίσει σε μια γλυκιά χαύνωση, την είχε λύσει και αυνανιζόταν με μια ονειρική βραδύτητα. Η όλη φάση κράτησε πάρα πολύ, αφύσικα πολύ και η κατάσταση στην οποία βρισκόταν η Λούλα δεν ήταν σταθερή, άλλαζε κάθε τόσο.
   Πότε καιγόταν ολόκληρη και μούγκριζε και συστρεφόταν πάνω στα μαξιλάρια και πότε βυθιζόταν σε μια υποτονική αδράνεια. Τα δάχτυλά της σούφρωναν τότε το ύφασμα του σλιπ, μέχρι να γίνει σαν ένα στριμμένο, χοντρουλό κορδόνι –το κορδόνι ενός πρωτόγονου, προχειροφτιαγμένου τάνγκα– το οποίο έσερνε τεμπέλικα ανάμεσα στα πρησμένα, μαλακά χείλη του αιδοίου της, μπρος πίσω, πάνω κάτω, δεξιά αριστερά, απαλά απαλά ή και σκληρά, απότομα και άγρια.
   Άλλοτε το εγκατέλειπε εντελώς το αναψοκοκκινισμένο τριαντάφυλλο που είχε ανθίσει ανάμεσα στα πόδια της, και τα υγρά της δάχτυλα έτρεμαν αγγίζοντας τις ερεθισμένες θηλές του στήθους της (το λευκό T-shirt είχε ανασηκωθεί ψηλά, είχε φτάσει ως το λαιμό της, αφήνοντας εκτεθειμένο το όμορφο, στητό της στήθος), κάνοντάς την να τρέμει και να ριγεί ολόκληρη.
   Κάποια στιγμή, με τα μάτια της φαντασίας της, η Λούλα είδε τον Στέλιο στη θέση του γυμναστή, είδε το τεράστιο τρίτο πόδι του εραστή της να μπαινοβγαίνει στο στόμα της καστανής γυμνάστριας και… πάγωσε. Βιάστηκε ν’ ανοίξει τα μάτια της –στην τηλεόραση το πρόγραμμα είχε αλλάξει και τώρα η όμορφη παρουσιάστρια συζητούσε καθισμένη σ’ έναν καναπέ με κάποια ηλικιωμένη, παλιά δόξα του ντόπιου εμπορικού κινηματογράφου– και κλείνοντάς τα πάλι κατόρθωσε να επαναφέρει στη θέση του Στέλιου τον γυμναστή, παρόλο που η μαραμένη ομορφιά της ηλικιωμένης ηθοποιού δεν ήταν ό,τι καλύτερο και παραλίγο να της καταστρέψει εντελώς κάθε ερωτική επιθυμία.
Τέλος, κάποια άλλη στιγμή, είχε ανοίξει και πάλι τα μάτια της και είχε παρακολουθήσει, με καθαρά οφθαλμοπορνική διάθεση, την παρουσίαση μιας κολεξιόν μαγιό από φωτομοντέλα, οπότε, όταν λίγο αργότερα τα βλέφαρά της έκλεισαν ξανά, τις γυμνάστριες στη φαντασίωση της αντικατέστηκαν τα φωτομοντέλα.
   Υπήρχαν πολλές στιγμές, πολλές αλλαγές, πολλές μικρότερες φάσεις που εναλλάσσονταν, και στη διάρκειά τους η Λούλα δεν έπαψε ούτε μια στιγμή να χαϊδεύεται και να στενάζει από ηδονική ευχαρίστηση. Συνολικά, από τις έντεκα παρά, που είχε ανάψει το «γεμιστό» (το οποίο είχε καπνίσει ως τη μέση και μετά το είχε σβήσει προσεκτικά, πατικώνοντας ελαφρά την καύτρα στα τοιχώματα του σταχτοδοχείου), μέχρι που σταμάτησε και έγειρε αποκαμωμένη στα μαξιλάρια του καναπέ – είχαν περάσει γύρω στα είκοσι λεπτά. Η ώρα τώρα κόντευε έντεκα και την πονούσε παντού το κορμί της σαν να είχε φάει ξύλο.
   Εκείνα τα είκοσι λεπτά φάνηκαν στη Λούλα σαν μια αιωνιότητα.
   Όχι μόνο εξαιτίας του χόρτου.
  Η αίσθηση αυτή είχε αναμφισβήτητα σχέση με το γεγονός ότι για πρώτη φορά στη ζωή της αυνανιζόταν. Και με το ότι περίμενε από στιγμή σε στιγμή να φτάσει σε οργασμό. Περίμενε και ήλπιζε και ευχόταν καυτά κύματα ηδονής να την πλημμυρίσουν, το κορμί της ν’ ανασηκωθεί και να σχηματίσει αψίδα, οι μύες της όλοι να τεντωθούν και στο πρόσωπό της να ζωγραφιστεί μια εκστατική γκριμάτσα. Ίσως να φώναζε ή και να δαγκωνόταν, έτσι όπως τα ρίγη θα τη διαπερνούσαν σαν σπαθιά και οι γοφοί της θα τινάζονταν με ακούσιες κινήσεις, ακολουθώντας τους απανωτούς σπασμούς που θα τη συγκλόνιζαν. Ύστερα οι σπασμοί θα εξασθενούσαν και θα έσβηναν και η Λούλα θα χαλάρωνε και θα την πότιζε ολόκληρη ένα αίσθημα γαλήνης, ευτυχίας και πληρότητας, ενώ θα ένιωθε την ανάγκη, έτσι, χωρίς λόγο, να βάλει τα κλάματα (κάτι τέτοια πάνω κάτω θυμόταν από όσα είχε διαβάσει για τον οργασμό στα διάφορα γυναικεία περιοδικά) .
Αλλά δεν είχε γίνει, δυστυχώς, τίποτα απ’ όλ’ αυτά.
*

©Βαγγέλης Ραπτόπουλος -απόσπασμα από τις σελ. 188-191
Η φωτογραφία είναι του 19ου αιώνα.

*

Εκδόσεις Καστανιώτη
Νέα έκδοση 
με υστερόγραφο 
του συγγραφέα

Στο εξώφυλλο:
Malcolm T. Liepke, «Raising Her Skirt»

Advertisements