Tony Judt, Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο

by SF


Mετάφραση: Νικηφόρος Σταματάκης
Eπιμέλεια: Ελένη Αστερίου

Εφημερίδα Καθημερινή/ εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2013, 361 σελ.

Το 1945 η Ευρώπη ήταν συντρίμμια, ρημαγμένη από τον πόλεμο, τους βομβαρδισμούς και τις μαζικές σφαγές. Ευρύτατες περιοχές της ανατολικής Ευρώπης περιέρχονταν στο σοβιετικό έλεγχο, αντικαθιστώντας τον παλιό δεσποτισμό μ’ έναν νέο. Σήμερα, η Σοβιετική Ένωση δεν υπάρχει πια και οι δημοκρατίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης φθάνουν μέχρι τα σύνορα της Ρωσίας.

 

Ο Τόνυ Τζαντ αφηγείται με σαφήνεια και πυκνότητα αυτή την πολυσύνθετη ιστορία, όπως ξετυλίγεται κάτω από τη μόνιμη σκιά του ίδιου του πολέμου: την ανόρθωση της Ευρώπης μέσα από τα ερείπια, τις αποκλίνουσες εμπειρίες της Ανατολικής και της Δυτικής Ευρώπης, την παρακμή και την πτώση του σοβιετικού καθεστώτος και την άνοδο της ΕΟΚ και της ΕΕ, το τέλος των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών, τις μεταβαλλόμενες σχέσεις της Ευρώπης με τις δύο μεγάλες δυνάμεις που την περιβάλλουν, τη Ρωσία και την Αμερική.
Ανάμεσα απ’ αυτές τις γενικές γραμμές προβάλλουν συγκεκριμένα πολιτικά γεγονότα, φαινόμενα και πρόσωπα: η δικτατορία του Σαλαζάρ στην Πορτογαλία δίπλα στην Ισπανία του Φράνκο αλλά και τη Ρουμανία του Τσαουσέσκου, ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα, οι αγώνες στη Βόρεια Ιρλανδία και στη Χώρα των Βάσκων, ο Μάης του ’68 στο Παρίσι και τα γεγονότα στην Ιταλία και στην Πράγα, οι εντάσεις ανάμεσα στις γλωσσικές κοινότητες του Βελγίου, η σοσιαλδημοκρατία στις σκανδιναβικές χώρες, ο ρόλος του Τσώρτσιλ, του Στάλιν, του Φράνκο, του Μιτεράν, του Γιαρουζέλσκι, του Μπερλουσκόνι και πολλών άλλων. Σχηματίζεται ακόμη ένα μωσαϊκό από οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ιστορίες, όπως η ανάπτυξη της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, η εμφάνιση του ψυγείου και η εξάπλωση του καταναλωτισμού, η μετανάστευση και οι γκασταρμπάιτερ, ο υπαρξισμός και η παρακμή του δημόσιου διανοούμενου, ο γαλλικός και ο τσέχικος κινηματογράφος, η μπητλομανία και το πανκ ροκ…

Κριτική, παρουσίαση:
Του Θανου Βερεμη στην Καθημερινή

Για τον ιστορικό Τόνι Τζαντ

Στο μνημειώδες έργο του για τη μεταπολεμική ιστορία της ηπείρου μας (Postwar: A History of Europe Since 1945, The Penguin Press, 2005, σελ. 800), ο Tony Judt γράφει: «Στην αυγή του 21ου αιώνα, η Ευρώπη προβάλλει ως κοινότητα αξιών. Οι αξίες αυτές αποτελούν πρότυπο για Ευρωπαίους και μη». Ο Tony Judt επαναφέρει στο λεξιλόγιο των κοινωνικών επιστημών όρους που έχουν περίπου εξαφανισθεί από την κοινή χρήση: Αξίες, αρετή, ηθική της κοινότητας και του κράτους. Οι όροι γι’ αυτόν είναι το αναγκαίο παρακολούθημα των ελευθεριών που η Ευρώπη εξασφάλισε με τόσο αίμα. Μας θυμίζει ακόμα ο Judt ότι για τις πολύτιμες ελευθερίες μας εγγυάται μόνο ένα ενάρετο κράτος. Εάν το δημοκρατικό μας πολίτευμα μωρανθεί, τότε κράτος και ελευθερίες θα ακολουθήσουν του κακού τον δρόμο.
Χτυπημένος από θανατηφόρο εκφυλιστική ασθένεια, κατάφερε τον τελευταίο χρόνο της ζωής του (2010) να υπαγορεύσει στο New York Review of Books (ΝΥΡΒ) αποσπασματικές του μνήμες από ένα παρελθόν γνώριμο στη γενιά του. Στις αναμνήσεις του περιγράφει με θαυμασμό το σπαρτιατικό ήθος όσων επέζησαν του πολέμου, την καρτερικότητα και τη σκληραγώγησή τους. Το παιδί της εποχής της σπανιότητας των υλικών αγαθών βίωνε έναν κόσμο γεμάτο ελπίδα, υπερηφάνεια και φαντασία. Η αναγκαστική λιτότητα εξομοίωνε οπτικά τους πολίτες και τα ταξίδια με το τρένο μεταμορφώνονταν σε μεγάλη περιπέτεια. Ο Judt περιγράφει με τρυφερότητα τον μεταρρυθμιστή πρωθυπουργό Clement Atlee: «Εζησε και πέθανε μετρημένα, χωρίς να δρέψει υλικές απολαβές από μια ολόκληρη ζωή στην υπηρεσία του δημόσιου συμφέροντος… Ποιος από τους σημερινούς ηγέτες μας θα κατανοούσε τη συμπεριφορά αυτή;» (ΝΥRB, Μάιος 13-26, 2010, σελ. 21).
Τον Judt απασχολούσε σοβαρά η εβραϊκή του καταγωγή. Αν και αγνωστικιστής και αδιάφορος προς τις τελετουργικές παραδόσεις, αντιλαμβανόταν ότι η άρνηση της καταβολής του αυτής θα αποτελούσε πράξη προδοσίας προς τη μνήμη της συγγενούς του Tony Avegael από την Αμβέρσα, που πέθανε στο Αουσβιτς το 1942 και της οποίας το όνομα του δόθηκε εις μνήμην της. Ωστόσο, υπήρξε επικριτικός της πολιτικής που ασκεί το Ισραήλ έναντι των Παλαιστινίων και αντιμετώπισε γι’ αυτό ποικίλες επιθέσεις. Πρότεινε τη μετάλλαξη του Ισραήλ από αποκλειστικά ιουδαϊκό κράτος σε κράτος δύο εθνοτήτων με ίσα δικαιώματα. Η πρόταση αυτή θεωρήθηκε από το ισραηλινό lobby στις ΗΠΑ απόλυτα εχθρική προς το μέλλον της κοιτίδας των Εβραίων. Χωρίς πολλές διαδικασίες ο Judt διώχτηκε από τη συντακτική επιτροπή του περιοδικού New Republic. Εξακολούθησε να ασκεί κριτική στους πολιτικούς ηγέτες του Ισραήλ από το NYRB και την ισραηλινή εφημερίδα Haaretz.
Η τελευταία του δεκαετία (2000-2010) υπήρξε από τις λιγότερο εποικοδομητικές της τελευταίας τριακονταετίας. Η τρομοκρατική καταστροφή των Διδύμων Πύργων στη Νέα Υόρκη προκάλεσε, μεταξύ άλλων, τη δαπανηρή σε αίμα εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ και πολλαπλασίασε τον θρησκευτικό φανατισμό στις ισλαμικές χώρες, αλλά και τον φονταμενταλισμό των Ευαγγελιστών του κεντρικού και νότιου τμήματος των ΗΠΑ. Eτσι, ο George W. Bush εξασφάλισε δεύτερη θητεία και άφησε πίσω του μια μεγάλη οικονομική κρίση και την εμπλοκή της χώρας του στο Ιράκ και το Αφγανιστάν.
Ο βραβευμένος με Nομπέλ στα Οικονομικά, αλλά και σχολιαστής της επικαιρότητας, Paul Krugman χαρακτήρισε την περασμένη δεκαετία «το μεγάλο μηδέν» (New York Times, 28/12/09). Mηδέν σε θετική ανάπτυξη, μηδέν σε πρόνοια για τις επερχόμενες καταστροφές και μηδέν στις ηθικές επιδόσεις πληθώρας ηγετών της επιχειρησιακής Αμερικής. Θα είναι δύσκολη πια η επαναφορά της οικονομικής σκέψης στην πίστη προς το «αόρατο χέρι της αγοράς» που διορθώνει όλες τις δυσλειτουργίες του συστήματος. Ο Milton Friedman και ο Friedrich Hayek θα δυσκολεύονταν σήμερα να εξηγήσουν τις αλλεπάλληλες «φούσκες» που οδήγησαν την παγκόσμια οικονομία σε κρίση διαρκείας.
Η παγκοσμιοποίηση, όπως επισημαίνει ο Judt, διαρκώς μας ξαφνιάζει. Παρά την εντύπωση ότι απ’ αυτήν επωφελούνται περισσότερο οι οικονομικά εύρωστες χώρες, οι μεγάλοι κερδισμένοι υπήρξαν η Κίνα, η Ινδία και η Βραζιλία με συνολικό πληθυσμό περίπου δύο δισεκατομμύρια τετρακόσια εκατομμύρια κατοίκους. Την περίοδο 1981-2007, η φτώχεια στην Κίνα μειώθηκε κατά 70%. Θα παρατηρούσαμε ότι, μολονότι οι νεοσυντηρητικοί και ο Σάμιουελ Χάντιγκτον πίστευαν πως ο ισλαμισμός και ο κομφουκιανισμός (Κίνα) θα συμπήξουν ανίερη συμμαχία κατά της χριστιανικής Δύσης, η Κίνα σήμερα κατέχει ομόλογα του αμερικανικού δανείου αξίας μεγαλύτερης από ένα τρισ. δολάρια και τα συναλλαγματικά της αποθέματα ξεπερνούν τα 2,5 τρισ. δολάρια. Η τυχόν καταστροφή συνεπώς της αμερικανικής οικονομίας μπορεί να συμπαρασύρει και την κινεζική.
Μολονότι οι παγκόσμιες οικονομικές κρίσεις έχουν πάντοτε σοβαρές κοινωνικές και πολιτικές παρενέργειες, αποτελούν φαινόμενα παροδικά. Η σημερινή κρίση, μάλιστα, ίσως έχει και κάποια ευεργετικά αποτελέσματα ως προς το μόνιμο και επιδεινούμενο ζήτημα του περιβάλλοντος. Η προσωρινή έστω μείωση της ζήτησης αγαθών, με τη συνακόλουθη επίπτωση στην κατανάλωση ενέργειας, προσφέρει ένα διάλειμμα στο βεβαρημένο οικοσύστημά μας. Το σημαντικότερο είναι αυτό που σημειώνει ο Κίσινγκερ: «Η οικονομική κρίση στερεί τις μεγάλες δυνάμεις από την αναπτυξιακή τους ώθηση, υποχρεώνοντάς τες σε επιβεβλημένη συνεννόηση. Κρίσιμα ζητήματα, όπως το περιβάλλον, η κλιματική αλλαγή και τα όπλα μαζικής καταστροφής, τείνουν να καταστούν θέματα κοινού ενδιαφέροντος και σημεία συμφωνίας μεταξύ παραδοσιακών εχθρών».
Παρά τη γενική εντύπωση μετά την πτώση του κομμουνισμού ότι ο κόσμος κατευθυνόταν προς ένα παγκόσμιο σύστημα με πλοηγό την αγορά, η οικονομική κρίση του 2008 επαναφέρει τα έθνη-κράτη ως καθοριστικούς παράγοντες της διεθνούς πολιτικής. «Θα έπρεπε να καταλάβουμε ότι η πολιτική παραμένει εθνική, ακόμη και όταν τα οικονομικά είναι παγκοσμιοποιημένα». Με την αποστροφή αυτή, ο Judt μας θυμίζει ότι η αναζήτηση του χρηστού πολιτεύματος των αρχαίων είναι σήμερα περισσότερο αναγκαία παρά ποτέ.

[Καθημερινή]

*
Της Εύης Καρκίτη στον Αγγελιοφόρο

Ευρωπαϊκό, μεταπολεμικό πανόραμα

Σε ένα ανέκδοτο της σοβιετικής εποχής κάποιος ακροατής καλεί το αρμενικό ραδιόφωνο και ρωτά: «Eίναι δυνατόν να προβλέψετε το μέλλον;». Απάντηση: «Ναι, κανένα πρόβλημα. Ξέρουμε ακριβώς πώς θα είναι το μέλλον. Το πρόβλημά μας είναι το παρελθόν: αλλάζει συνεχώς».
Ο Τόνι Τζαντ συμφωνούσε πως πράγματι το παρελθόν αλλάζει. Το Δεκέμβριο του 1989, επιστρέφοντας από ένα ταξίδι στην Πράγα, βρέθηκε στο δυτικό τερματικό σταθμό της κύριας σιδηροδρομικής γραμμής της Βιέννης. Ηταν μια συγκλονιστική χρονιά για την Ευρώπη, που έβλεπε να τελειώνει μια εποχή και να ξεκινά μια νέα στη θέση της, η οποία έφερνε σοβαρές αμφισβητήσεις σε πολλές και για καιρό υφιστάμενες παραδοχές. Η Βιέννη ήταν, κατά τη γνώμη του Τζαντ, ένα καλό σημείο για να συλλογιστεί κανείς πάνω στην Ευρώπη, στο μέλλον της, αλλά και το παρελθόν της, που κάτω από το βάρος των εξελίξεων φάνταζε πλέον διαφορετικό. Εκείνη ήταν η στιγμή που αποφάσισε να προχωρήσει σε ένα φιλόδοξο εγχείρημα, το οποίο αποδείχτηκε και τολμηρό και πρωτότυπο. Το σχέδιό του δεν τέθηκε αμέσως σε εφαρμογή, όμως οι καθυστερήσεις λειτούργησαν προς όφελός του. Ανοιξαν αρχεία και ταυτόχρονα ξεκαθάρισαν συγχύσεις. Το έργο «Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο» (Postwar), προϊόν πολυετούς έρευνας, είναι αισθητά διαφοροποιημένο από τη «σχεδόν ευχάριστη» αφήγηση για το δεύτερο μισό του ευρωπαϊκού 20ού αιώνα, που δίνει έμφαση στα επιτεύγματά της. Κυρίως γιατί ο Τζαντ ενδιαφέρθηκε και για τη μελέτη της Ανατολικής Ευρώπης, απορρίπτοντας ωστόσο την ιδέα να αφηγηθεί την ιστορία των δύο τμημάτων της διαιρεμένης μεταπολεμικά Ευρώπης, απομονώνοντας το ένα τμήμα από το άλλο.
Ο πολυβραβευμένος διαπρεπής ιστορικός γεννήθηκε το 1948 στο Λονδίνο. Σπούδασε στο King’s College του Κέιμπριτζ και στην Ecole Normale Superieure του Παρισιού. Δίδαξε στα Πανεπιστήμια του Κέιμπριτζ, της Οξφόρδης, του Μπέρκλεϊ και της Νέας Υόρκης. Στο τελευταίο μάλιστα ίδρυσε το Ινστιτούτο Ρεμάρκ για τη μελέτη της Ευρώπης. Πέθανε το 2010 χτυπημένος από μια επιθετική μορφή πλάγιας αμυοτροφικής σκλήρυνσης.

Ενα πολυσύνθετο έργο

Ο Τόνι Τζαντ ξεκινά την αφήγησή του από τη γεμάτη λεπτές αποχρώσεις κατάσταση της Γηραιάς Ηπείρου, της θρυμματισμένης από τον πόλεμο, διατυπώνοντας την άποψη πως ο Β’ Παγκόσμιος ήταν, σε αντίθεση με τον Α’, μια σχεδόν καθολική εμπειρία. Η έρευνά του ολοκληρώνεται με τη μελέτη του χρονικού διαστήματος από την Πτώση του Τείχους του Βερολίνου μέχρι το 2005, θίγοντας ζητήματα που απασχολούν μέχρι σήμερα, που προκαλούν μεγάλες ζητήσεις και θυελλώδεις αντιπαραθέσεις. Ο Τζαντ αγκαλιάζει κάθε τομέα της ανθρώπινης εμπειρίας, αφηγούμενος με λιτό και άμεσο λόγο τις εξελίξεις στη στρατιωτική, πολιτική, κοινωνική, πολιτιστική ιστορία, στις εξελίξεις στο επίπεδο των ιδεών, μελετώντας περισσότερες από τριάντα χώρες, οι οποίες έχουν μεταξύ τους μεγάλες διαφορές και επηρεάζονται από διαφορετικές παραδόσεις. Η ευρυμάθειά του, τα στοιχεία που φέρνει στο φως, οι απόψεις που διατυπώνει, κλονίζουν σε πολλές περιπτώσεις γερά εδραιωμένες αντιλήψεις, φέρνοντάς μας αντιμέτωπους με μια νέα οπτική για την ιστορία της Ευρώπης, το πώς είδαν οι Ευρωπαίοι κάτω από το βάρος συγκλονιστικών εμπειριών τον εαυτό τους.
Υπερασπιστής μιας μετριοπαθούς αντίληψης και του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, υπερασπιστής της μνήμης, ο Τζαντ θεωρούσε πως οι Ευρωπαίοι πρέπει να διατηρήσουν ένα ζωτικό δεσμό με το παρελθόν τους, όσο τρομερό και αν υπήρξε αυτό σε κάποιες στιγμές του, και διατυπώνει την άποψη πως πρέπει να διδάσκεται από την αρχή σε κάθε νέα γενιά. Το δοκίμιο «Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων», με το οποίο «κλείνει» το πολυσέλιδο έργο, αποτελεί ένα σταθμό στη μακραίωνη ουμανιστική παράδοση και ταυτόχρονα ένα εργαλείο για ένα από τα πιο ακανθώδη ζητήματα όχι μόνο της δημόσιας αλλά και της ιδιωτικής ζωής: την κατανόηση και τη διαχείριση του παρελθόντος.

[Αγγελιοφόρος]

*

Ο Γρηγόρης Μπέκος στο Βήμα 03.02.2013

Η κοινωνική Ευρώπη πρέπει να ζήσει

Ο Τόνι Τζαντ υπερασπίζεται το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο σε μια μεγάλη σύνθεση για τη μεταπολεμική Ιστορία της Γηραιάς Ηπείρου. Η τελευταία έρευνα του βρετανικής καταγωγής ιστορικού που πέθανε πρόωρα το 2010.
Το αποφάσισε εκείνον τον παγωμένο Δεκέμβρη του 1989 στην παλλόμενη καρδιά της Γηραιάς Ηπείρου. «Η μεταπολεμική Βιέννη – όπως και η μεταπολεμική Ευρώπη – ήταν ένα επιβλητικό οικοδόμημα που χτίστηκε πάνω σε ένα παρελθόν για το οποίο δεν μιλούσε κανείς». Τον εντυπωσίαζε ο τρόπος με τον οποίο γρήγορα λησμονούσε η Δύση και εύκολα αποσιωπούσε η Ανατολή, ταμπουρωμένες καθώς ήταν πίσω από αυτό το γεωγραφικό σχίσμα του αίματος και της καταστροφής.
Να ήταν άραγε – είτε ρεαλιστικά είτε ακόμη και μεταφυσικά μιλώντας – το ένστικτο αυτοσυντήρησης της Ευρώπης που «σαν την αλεπού, ξέρει πολλά»; Μερικές εβδομάδες νωρίτερα είχε πέσει το Τείχος του Βερολίνου, το σύμβολο του Ψυχρού Πολέμου που τη διχοτομούσε από τον Αύγουστο του 1961. Αλλά «τώρα το μέλλον της Ευρώπης εμφανιζόταν πολύ διαφορετικό, αλλά εξίσου διαφορετικό φαινόταν και το παρελθόν της»συλλογιζόταν ο κορυφαίος βρετανός ιστορικός Τόνι Τζαντ (1948-2010) καθώς άλλαζε τρένο στον δυτικό τερματικό σταθμό της «ουδέτερης» Βιέννης. Επέστρεφε τότε από την εξεγερμένη Πράγα «όπου οι θεατρικοί συγγραφείς και οι ιστορικοί του Φόρουμ των Πολιτών ξήλωναν ένα κομμουνιστικό αστυνομικό κράτος και πετούσαν 40 χρόνια «υπαρκτού σοσιαλισμού» στον σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας». Για τον ίδιο «ήταν πλέον ολοφάνερο ότι η Ιστορία της μεταπολεμικής Ευρώπης έπρεπε να ξαναγραφτεί» καθώς «σκιάζεται από σιωπές και απουσίες».
Το 2005 τελικώς, έπειτα από συστηματική και πολυετή έρευνα στα διαθέσιμα ιστορικά αρχεία έξι διαφορετικών γλωσσών, εξέδωσε το magnum opus του Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο, που απέσπασε την κριτική αποδοχή των συναδέλφων του. Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Γέιλ Τίμοθι Σνάιντερ το περιέγραψε μάλιστα ως «το καλύτερο βιβλίο πάνω στο θέμα που θα μπορούσε να γράψει ποτέ κανείς».

Περισσότερα >>> 

Advertisements