Larry Cool, «Πάνω στὸ χιόνι πετᾶ ὁ Θεὸς γυμνὲς γυναῖκες» -ποίηση

by SF


Ἀνία, τὸ αἴσθημα τῆς ἀνυπαρξίας

Πλήττω γιατὶ δὲν ὑπάρχω.
Γεννήθηκα ἀπὸ ἕνα χασμουρητὸ
Πεθαίνω,
καταπίνοντας τὸν κόσμο μ’ ἕνα μεγαλύτερο.

Διασχίζω μιὰν ἔρημο
Τμήματα τοῦ σώματός μου,
Ἐξαφανίζονται κι ἐμφανίζονται σπασμωδικῶς
Γιὰ κεφάλι ἔχω μιὰ πυργωτὴ φωλιὰ τερμιτῶν
Λέξεις, πράγματα, ἀνθρώπινα ὄντα,
Στέκουν νεκρά ἀπολιθώματα
Τὸ Τίποτε ὑψώνεται τεράστιο, σκουριασμένο
Καταρράκτες αἵματος χύνονται ἀπ’ τὸν οὐρανό.

Ὁ κόσμος εἶναι σύννεφο
Τὸ σῶμα μου, οἱ στίχοι μου,
Ὅ,τι αἰσθάνομαι καὶ σκέπτομαι,
Εἶναι μορφές τοῦ σύννεφου καὶ χάνονται.

~ ~ * ~ ~
 
Χιονοπτώσεις στὰ ὀρεινὰ τῆς συνείδησης

Πολιτικοὶ καὶ τραπεζίτες,
Συναλλάσσονται μὲ ἀνθρώπινα δόντια.

Νιφάδες πέφτουν στὴ συνείδησή μου
Πληροῦν ὡς τὸ ταβάνι τὰ δωμάτια,
Παραγεμίζουν τ’ἀνθρώπινα σώματα,
Χώνουν τὶς πολυκατοικίες.
Ἀνεβαίνω στὸ κλιμακοστάσιο σκάβοντας
Συναντῶ τὴν ἔνοικο τοῦ ἄνω διαμερίσματος
-«Τί ’ναι ὁ κόσμος χωρὶς τὴ συνείδησή μου;»
-«Ἡ συνείδησή σου χωρὶς τὸν κόσμο» ἀπαντᾶ
»Θὰ μοῦ γαμήσῃς τώρα τὸ μουνάκι;»
Μέσα στὸ χιόνια τὰ χέρια τοῦ συζύγου της μᾶς ψάχνουν.

Πάνω στὸ χιόνι πετᾶ ὁ Θεὸς γυμνὲς γυναῖκες
Μιὰ μύγα κελαηδεῖ
Κάτι κοράκια ῥαμφίζουν τὸν σάκκο τοῦ ἥλιου
Σπίθες ξεχύνονται, -τὸ χιόνι ἀναφλέγεται.

~ ~ * ~ ~
Advertisements