Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Η Αγία Ιφιγένεια

by SF


Βασισμένο στο πίνακα του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ

  

Είναι κάτι ξύλινα σπίτια μες στο ρέμα. Η οδός Φλέβας εκτείνεται ως τον εθνικό δρόμο. Στις όχθες της ρεματιάς τα συνεργεία και τα μαγαζιά των ελασμάτων. Κάτι σκοτεινές αποθήκες με σίδερα και ακίνητους ανθρώπους, λερωμένους, σαν ελαιογραφίες. Οι κλειστές βιοτεχνίες, οι σταθμοί ανεφοδιασμού, τα πωλητήρια γκαζιού, τα τσιμεντένια γήπεδα, οι μάντρες και οι φωτογραφίες των λαϊκών τραγουδιστών κρύβουν τον ουρανό σε εκείνους που ζουν μες στο ρέμα. 

Έχουν απλωμένα ρούχα στα σύρματα οι άνθρωποι αυτοί και καίνε παλιά, χρωματισμένα ξύλα για να ζεσταθούν. Τα παιδιά ανεβαίνουν τις όχθες, κοιτούν τους δρόμους, έπειτα μιλούν για τις ομορφιές του και ζωγραφίζουν σε αυτοσχέδια τελάρα υψικάμινους, μεγάλα, διαφημιστικά πλαίσια αμερικανικών εταιρειών και τα χαμογελαστά, ηλιόλουστα κορίτσια των αρωμάτων. Τη νύχτα ορμούν στην πόλη, συλλέγουν ξύλα και πολυθρόνες, αποψιλώνουν με προχειρότητα τα σίδερα από τα ακίνητα φορτηγά των εταιρειών μεταφοράς. Τις νύχτες αργά οι γηραιότεροι τούτης της ιδιότροπης φυλής στέκουν γύρω από τη φωτιά. Παντρεύουν τα ανήλικα παιδιά τους, καταδικάζουν τους φονιάδες και τους ληστές, αγαπούν τις γυναίκες τους και αναριχώνται σαν καρκίνοι πάνω στα δροσερά κορμιά τους. Όλο παιδιά είναι το ρέμα. Ακίνητα στις όχθες, ρακένδυτα, προσδίδουν στο τοπίο μια νότα ανθρωπιάς, μια όψη φαραγγιού.
  Οι αρχηγοί των οικογενειών απόψε μοιάζουν περισσότερο ανήσυχοι.Η καλοκάγαθη γριά με τα χρυσά στολίδια και τα αρθρόμορφα χέρια χαράζει στο χώμα ήλιους, φεγγάρια και ανεπανάληπτα άστρα. Τα χέρια της εκτείνονται σε όλο το ρέμα, είναι δυο φλέβες πίσω και πέρα από τα μάτια των παιδιών.
  Τ΄άγρια τριαντάφυλλα που ανθίζουν στις όχθες τα πουλούν οι γυναίκες τα πρωινά. Ανάμεσα στα τροχοφόρα, επιδεικνύουν τα ολοπόρφυρα άνθη τους και ανεμίζουν σαν σκιές, τα κατάμαυρα φορέματα. Έχουν δεμένα με τους επιδέσμους παιδιά στις ράχες τους, εκείνα πεθαίνουν ακίνητα. Γελούν με τρυφερότητα στους επιβάτες και έχουν τα σώματα δέντρων. Με βαθιές, αναλλοίωτες χαραγματιές πάνω στο μέτωπο και στα μάτια. Ως μέσα οι ρυτίδες εκείνων των γυναικών που μοιάζουν με αρχαίες, πενθούσες νύφες. Κατάμαυρα τα φορέματά τους και τα ιωνικά, τα οστεώδη προσωπεία. Σε όλο τον τόπο θ΄ανθίσουν τριανταφυλλιές και άλλο τίποτε ετούτοι οι άνθρωποι δεν χρειάζονται. Θάνατοι δίχως προσευχές και δίχως θεούς οι θάνατοι στο ρέμα.
  Η Ιφιγένεια είπαν χάθηκε το χάραμα. Έφυγε με τα λιγοστά της υπάρχοντα πριν ξεθωριάσει η νύχτα προς τον εθνικό δρόμο. Ίσως να τράβηξε κατά την Κόρινθο. Ίσως πάλι να βαδίζει για μέρες προς το Άργος, ακολουθώντας την επιδαύρεια οδό. Μαζί με τ΄άλλα παιδιά της χαραυγής η Ιφιγένεια σπεύδει στους τάφους των Αργείων, κρατώντας την εικόνα και το ντέφι. Η Ιφιγένεια είναι ένα κορίτσι από μάρμαρο. Είναι από λευκή, καρυστιανή πέτρα και τα μάτια της καθρεφτίζουν παλιές νύχτες. Συχνά την θυμούνται στα πανηγύρια της Χαιρώνειας, πίσω από τους πάγκους, ανάμεσα στους οδοιπόρους και τις κραυγές της ηλεκτρογεννήτριας.
  Όμως η Ιφιγένεια είναι πια μακριά. Βρήκε τα χνάρια της ένα μικρό αγόρι. Την ακολούθησε ίσαμε που εκείνη εχάθη οριστικά πέρα από τα γήπεδα και τ΄άλλα, τα ηλεκτρικά, της πόλεως πράγματα. Έπειτα είπε το νέο, καταδικάσαν τον πατέρα της και τον ανάγκασαν να φύγει με τα γυναικόπαιδα για την Θήβα. Ύστερα γκρεμίσαν την καλύβα του με τα βαριά σφυριά και έσφαξαν ακόμη όλα τα ζώα που ήταν αφημένα πέρα στο ποτάμι. Μόνο τότε ησύχασαν και φρόντισαν να θάψουν δίχως σταυρούς τους σκοτωμένους και τα ζώα γιατί είναι αμέλεια και ύβρης να αφεθούν τα κουφάρια, έτσι ασάλευτα, μες στα σπίτια. Κάποιος από τους αρχηγούς είπε πως παλαιότερα, μετά τις σφαγές φάνηκαν λύκοι και άγρια σκυλιά στα υψώματα γύρω από μια πελοπονησιακή κωμόπολη. Έσκαψαν στα χώματα τα αρπακτικά, έσυραν κάποιες από τις σωρούς. Με ανθρώπους στα δόντια τα κτήνη φεύγαν για τα βουνά της Αρκαδίας. Στεφανωμένοι κάηκαν οι νεκροί με τα ασημικά τους στο βάθος του ρέματος. Ακούγονταν τα μοιρολόγια, τραγουδισμένα από χίλια στόματα.
  Την Ιφιγένεια την αγαπούσαν όλοι. Ήταν ένα μοναχικό και όμορφο κορίτσι. Φρόντιζε τους κήπους, έδενε πολύχρωμα πανιά στις στέγες, έτσι που στις ωραίες, ανοιξιάτικες μέρες να πετούν χρώματα πάνω από τις παράγκες. Ακόμα παρηγορούσε τα παιδιά, ερμήνευε τα όνειρα και τραγουδούσε στους γάμους με την κελαριστή, την ακηλίδωτη φωνή της. Η Ιφιγένεια δεν θα γυρίσει ποτέ ξανά. Και τα παιδιά χαλούν τον κόσμο μες στα παραπήγματα, μπουκάρουν μέσα φόβοι και νερά, τα πανιά που σκίζονται, το κρύο που φθάνει.
  Απόψε βρέχει. Αναστατώθηκαν όλοι μες στο ρέμα γιατί το νερό μπορεί να σηκωθεί απότομα, μπορεί να πνίξει τις πλαγιές, η Ιφιγένεια λείπει μες στους κάμπους, στη Βοιωτία σκοτώνεται απ΄τη λύπη της η Ιφιγένεια που θελήσαν να την δώσουν χάρισμα στον τσιγγάνο. Γελούσε ο γέρος που προφητεύει τους χαλασμούς και την κοίταζε ίσια στα μάτια την Ιφιγένεια που σκοτωνόταν και ποτέ δεν την λυπήθηκε. Ούτε ακόμα όταν τιναζόταν στα χέρια του τσιγγάνου, γύρω γλέντια και μουσικές, η Ιφιγένεια τιναζόταν σαν σπασμός και έφεγγε γεμάτο, βρόχινο φεγγάρι. Τώρα μονάχα την θυμούνται, αργά τις νύχτες μες στους εφιάλτες προφέρουν εξωφρενικά τ΄όνομά της. Η Ιφιγένεια ανακηρύχτηκε αγία. Μες στα σπίτια του ρέματος καπνίζουν τα εικονίσματα για την αγία Ιφιγένεια. Κρεμούν φυλαχτά απ΄τα γλυπτά της και κάθε θέρρος τραβούν κατά την Χαιρώνεια που έχει λιτανείες και την περιφορά της εικόνας. Τους ναούς της τους φτιάχνουν μες στα ρέματα, στους καταυλισμούς, στους λόφους των προσφυγικών. Την αγία Ιφιγένεια την είπαν ονειροπομπό.
 
*
©Απόστολος Θηβαίος

Εικόνα Θεόφιλου Χατζημιχαήλ, “Οδυσσεύς φέρων την Φιγένειαν εις τον Ιερέαν Κάλχα του Θεού Απώλωνος”

Advertisements