Βασίλης Κυριαζάκης, Το στόμα της είναι άδειο

by SF

Πιάνει τις βίδες πίσω απ’το ντουλάπι του μπάνιου, τις λασκάρει, το σηκώνει. Σε μια τρύπα στον τοίχο είναι ένα παλιό βάζο από μαρμελάδα κεράσι. Μέσα στο βάζο τα δόντια της. Το στόμα της είναι άδειο.

  Η Τάνια δεν είναι πλούσια. Δεν έχει λίρες. Ούτε χρυσές, ούτε τσίγκινες. Τα δόντια της είναι ό,τι πολυτιμότερο έχει. Εκτός ίσως απ’την κόρη της και την εγγονή της.
  Αφού ετοίμασε τα πράγματα της στο σακ βουαγιάζ και σάντουϊτς για το δρόμο, ξάπλωσε κι αποκοιμήθηκε μπροστά στην τηλεόραση.
  Πρωί πρωί το τηλέφωνο χτύπησε. Νόμιζε ότι θ’ακούσει τη Λάουρα να της λέει, να μας περιμένεις κάτω στις οχτώ, θα περάσουμε να σε πάρουμε. Αντί γι’αυτό, η η κόρη της ζήτησε συγγνώμη και ακύρωσε την εκδρομή. Θα περάσει το μεσημέρι να της εξηγήσει, είπε.
  Τα φοράει ένα ένα, τα βάζει όπως θέλει. Πειραματίζεται. Καμιά φορά τα πετάει στο στόμα, τα σπρώχνει με τη χούφτα, όλα μαζί και τα εικοσιοχτώ, όλα μαζί, στην τύχη, σαν ξηρούς καρπούς, σαν φυστίκια. Σήμερα θα κάνει κάτι άλλο. Θα βάλει τους άνω κυνόδοντες στη θέση των κεντρικών τομέων, τους κάτω κυνόδοντες στην θέση των άνω πλαγίων.
  Κοιτάζει το πρόσωπο της στο καθρέφτη. Τρομαχτική. Μπα, όχι και τόσο. Νιώθει τόσο αδύναμη πια.
Το κουδούνι χτύπησε κατά της μία. Η Λάουρα άφησε δυο σακούλες να πέσουν στο πάτωμα. Το πάτωμα μοιάζει δροσερό. Βγάζει τη γλώσσα, διψάει, θέλει να γλείψει το πάτωμα. Το φουστάνι της, ένα πράσινο γυαλιστερό φουστάνι δένει με τιράντες από καραβόσκοινο στους ώμους, είναι ιδρωμένο στις μασχάλες, κολλάει στους μηρούς της.
  «Τι ψώνισες;»
  «Λίγο νερό. Έχει πολλή ζέστη έξω. Καίγεται ο τόπος».
  Η Τάνια έβγαλε απ’το ψυγείο ένα μισοάδειο μπουκαλάκι εμφιαλωμένο νερό και το άδειασε σ’ένα ποτήρι. Η Λάουρα τράβηξε μια καρέκλα, έκατσε στο τραπέζι της κουζίνας, άρπαξε το ποτήρι, ήπιε.
  «Πήρα μερικά πράγματα για το σπίτι, σου πήρα και κρέας».
  Η Τάνια έβγαλε το κρέας απ’τη σακούλα, το ακούμπησε στον πάγκο κι άρχισε να το ξετυλίγει. Της φάνηκε πολύ. Το μοίρασε στα δύο. Αυτό που θα μαγείρευε για μεσημεριανό κι αυτό που θα έκρυβε. Αργά, προσεκτικά. Της αρέσει ο ήχος της ζελατίνας που ξεκολλάει απ’ το χαρτί. Της αρέσει η αίσθηση ζελατίνας που κολλάει στα χέρια. Άνοιξε την κατάψυξη, το ασφυκτικά μικρό παγωμένο κουτί κι έβαλε το κρέας. Κοίταξε το αίμα απ΄ το κρέας. Σκέφτηκε πως ήθελε να το σκάσει απ’την ζελατίνα πριν παγώσει. Δεν το έπλυνε, δεν το πλένει το κρέας. Το αίμα μένει στο κρέας, δεν το αδειάζει από αίμα το κρέας. Δεν το αδειάζει ποτέ.
  «Η μικρή;» ρώτησε η Τάνια.
  «Την πήρε ο πατέρας της».
  «Και γιατί δεν πήγαμε εκδρομή;»
  Η Λάουρα χαμογέλασε. «Έλα. Φτιάξε καφέ».
  Η Τάνια χαμογέλασε κι αυτή. Αλλά το χαμόγελό της είναι σάπιο, το μαύρο ανάμεσα στα δόντια ακονίζει το χάος πίσω τους, το χάος ακονίζει τα δόντια ανάμεσα απ’ το μαύρο.
Της έφτιαξε καφέ, τον έβαλε σε μια κούπα με κόκκινα τριαντάφυλλα. Έβαλε μετά σε μια κατσαρόλα το κρέας να βράσει.
  «Βγήκαμε χθες με τη Λουμινίτσα. Γνώρισα κάποιον. Χορεύαμε στο μπαρ, πίναμε μπίρες και σφηνάκια και εκείνος ήταν εκεί με δυο φίλους του κι έρχεται και μ’ αρπάζει απ΄ την μέση και με γυρίζει κι αρχίζει να χορεύει μαζί μου. Δηλαδή, τι χόρευε; Περισσότερο κουνιόταν κολλημένος πάνω μου».
  Κάποτε την είχε πείσει να της λέει τα πάντα. Τώρα δεν αντέχει ν’ ακούει τα πάντα. Αλλά τ’ ακούει και αυτό είναι ένα κατάλοιπο.
  Μόλις γέννησε τη Λάουρα, άρχισε να βλέπει ένα παράξενο όνειρο: Ότι έπλεκε, λέει, ένα κόκκινο πουλόβερ για δύο σώματα και τέσσερα χέρια. Τα μανίκια, σ’ ένα σχέδιο που ξεπατίκωνε απ’ το περιοδικό, έπρεπε να είναι πλεγμένα έτσι που ν’αγκαλιάζονται τα μανίκια, τα δύο μικρά και τα δύο μεγάλα. Και τα στήθη ενωμένα.
  Η Τάνια έκανε συνέχεια λάθος κι έπλεκε τα δύο μικρά μανίκια ενωμένα με τα μεγάλα, όπως στο ζουρλομανδύα κι άλλοτε τα σώματα πλάτη με πλάτη. Κι άλλοτε τα μικρά μανίκια να πνίγουν το μεγάλο σώμα. Κι άλλοτε πώς τα κατάφερνε κι έφτιαχνε το πουλόβερ, το κόκκινο πουλόβερ με τα δύο σώματα και τα τέσσερα χέρια κι έμπαινε μέσα και το δοκίμαζε και στο μικρό πουλόβερ με τα μικρά μανίκια ένα μαύρο καρβουνιασμένο παιδί.
  Τότε, ξυπνούσε ουρλιάζοντας και κλαίγοντας. Ο Ντίμι, ο πατέρας της Λάουρα, της είπε: «Φτιάχ’ το. Αν είναι να σταματήσουν τα όνειρα φτιάχ’ το».
  Πήρε μαλλί, κόκκινο βαθύ, πορφυρό, ένα βιβλίο για το πλέξιμο και σιγά σιγά το έφτιαξε. Και το φόρεσε και έβαλε μέσα τη Λάουρα που ήταν μωρό, τη ντάντεψε και τα όνειρα σταμάτησαν. Από τότε δεν φόρεσε ξανά το πουλόβερ. Το έκρυψε σε μια θήκη του σακ βουαγιάζ και το έπαιρνε μαζί της από σπίτι σε σπίτι, από γκόμενο σε γκόμενο, όταν χώρισε απ’ τον Ντίμι.
  «Είχε κολλήσει πάνω μου… ένιωθα το… κατάλαβες ποιο. Φώναξε και την παρέα του. Και κερνούσαν όλο το βράδυ σφηνάκια. Ε, τι να έκανα; Σφηνάκι στο σφηνάκι φύγαμε μαζί… και η Λουμινίτσα με τον Στεφάν».
  «Και πώς το λένε αυτό το αγόρι;» την ρώτησε κλείνοντας το μάτι.
  «Νταν».
  «Όμορφος;»
  «Με κάτι μεγάλα μαύρα μάτια, μελαχρινός… ψηλός».
  «Και ο Βλάντι; Τι του είπες;»
  «Ότι θα βγούμε με την Λουμινίτσα και τα άλλα κορίτσια. Θα τον δω απόψε το βράδυ. Χάρηκε που δεν πήγαμε εκδρομή».
  «Και πώς έμεινες με τον Νταν;»
  «Είπα ότι κοιμήθηκα στη Λουμινίτσα. Ο Νταν μου έδωσε το τηλέφωνο του και μου ζήτησε να τα ξαναπούμε».
  «Τι δουλειά κάνει;»
  «Δεν ξέρω».
  «Πόσο χρονών είναι;»
  «Ούτε αυτό ξέρω».
  Η Τάνια άλλαξε ύφος. «Και τι ξέρεις τότε;» Και σταύρωσε τα χέρια στο τραπέζι της κουζίνας όπου κάθονταν αντικριστά και την κάρφωσε στα μάτια. Τα χείλη της σφράγισαν και περίμενε απάντηση.
  «Ξέρω ότι πέρασα ωραία και το φχαριστήθηκα».
  Η Τάνια τίναξε το χέρι και τη χαστούκισε. Η Λάουρα δεν το περίμενε. Δεν το είχε ξανακάνει αυτό η μάνα της. Κοκκάλωσε. Χωρίς καν να την κοιτάξει, σηκώθηκε πήρε την τσάντα της και έστριψε να φύγει. Η Τάνια την πρόλαβε την ώρα που άνοιγε την πόρτα. Την έσπρωξε να κλείσει, την έπιασε απ’ το χέρι. Η Λάουρα βούρκωσε, η Λάουρα δάκρυσε, η Λάουρα έκλαιγε. Η Λάουρα ήταν ξανά το μικρό της κοριτσάκι.
  Την κάθισε στην πολυθρόνα του καθιστικού. Έσυρε τη δεύτερη μπροστά της. Τις ένωσε. Στα μπράτσα. Έκανε μια κούνια. Πήρε τα πόδια της Λάουρα, της έβγαλε τα γοβάκια, έβαλε τις ξυπόλητες πατούσες της κόρης της στα γόνατά της. Άρχισε να τα χαϊδεύει και να προσποιείται ότι της βάζει καλτσάκια. Μικρά αόρατα σοσόνια. Όπως παλιά, όπως όταν ήταν μικρή και έκλαιγε, παιδί όταν ήταν και γύριζε με τα χέρια της να τρέχουν αίματα και τους αγκώνες γδαρμένους απ’ το παιχνίδι.
Ίσως αυτό που θεωρώ πρόβλημα να ξεκινά από εμένα την ίδια, σκέφτηκε η Τάνια. Ίσως δεν είναι δυνατή. Κι εξάλλου και η ίδια δεν έκανε ποτέ κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που κάνει τώρα η κόρη της. Όμως τότε ήταν άλλες εποχές πιο δύσκολες και δεν τα πήγε άσχημα, έτσι; Δεν τα πήγε καθόλου άσχημα. Αλλά μη μείνει η Λάουρα μόνη της.
  Θυμήθηκε τότε τον Λίβιου που έμεναν δύο χρόνια σπίτι του. Και μετά τον Μπογκντάν που, τι του είχε κάνει; Κάτι σαν αυτό που έκανε η Λάουρα εχτές. Με κάποιον βλεπόταν κρυφά. Με κάποιους βλεπόταν κρυφά. Και είχε έρθει και τις πήρε ο Ντίμι, ο πατέρας της μικρής, όταν τις πέταξε έξω ο Μπογκντάν. Και είχαν κοιμηθεί εκείνο το βράδυ σπίτι του. Και μετά πάλι μόνες. Και αγόρασε το σπίτι, στην Άλμπα Ιούλια. Που και που έβλεπε και τον Ντίμι και βρισκόταν και μ’ έναν άλλο τύπο. Δεν θυμάται τ’ όνομα του. Την είχε κρατήσει ξύπνια τη Λάουρα να της τον γνωρίσει, να τον μάθει, να έρχεται άνετο σπίτι της. Είχε μεγάλη πούτσα, μύριζε καμμένο αμύγδαλο.
  Κάθισε στον καναπέ και του είπε η Λάουρα, «οι πελάτες κάθονται από κει». Και του ‘δειξε την πολυθρόνα που μια νύχτα πριν η μάνα της έπαιρνε πίπα στον Ντίμι.
  Η Λάουρα αποκοιμήθηκε στις πολυθρόνες.
  Το κρέας στην κατσαρόλα είχε πιει το νερό του. Το ανακάτεψε, έριξε χυμό ντομάτας. Το ανακάτεψε ξανά. Χαμήλωσε τη φωτιά. Θα φάνε μετά. Θα αφήσει λίγο τη μικρή της να ξεκουραστεί.
  Πάει στο μπάνιο, ανοίγει το ντουλάπι, βγάλει τη μασέλα της, τη βάζει στο ποτήρι.
  Το στόμα της είναι άδειο.
*
©Βασίλης Κυριαζάκης
φωτο©Στράτος Φουντούλης, «Στο πλοίο της γραμμής, 2007»

Ο Βασίλης Κυριαζάκης γεννήθηκε το 1978. Σπούδασε οδοντιατρική και έκανε μεταπτυχιακά στη Δημιουργική Γραφή στο πανεπιστήμιο της Φλώρινας. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στο Εντευκτήριο, (Δέ)κατα, Διάστιχο, Ποιείν, Θράκα, Ελευθεροτυπία, Τα Ποιητικά-Γκοβόστης κ.α.

Advertisements