Δημήτρης Φύσσας, «Γυναίκα μετρίου αναστήματος» της Ρούλας Γεωργακοπούλου

by SF

Χρονογράφος μεγάλου αναστήματος

(Αναδημοσίευση) Κριτική του συνεργάτη μας Δημήτρη Φύσσα στην Athens Voice

Για το βιβλίο «Γυναίκα μετρίου αναστήματος» της Ρούλας Γεωργακοπούλου

H

χρονογραφία είναι είδος με μακρά παράδοση στον ελληνικό Τύπο. Αφήνοντας στην άκρη τους έμμετρους, καθώς ο Σουρής, το μυαλό μας πάει, βέβαια, αρχικά στους πούρους χρονογράφους, που έγραψαν χρονογραφήματα κι έμειναν πιστοί πλήρως ή σχεδόν πλήρως σ΄ αυτά, όπως ο Σταμ. Σταμ. ή ο Παλαιολόγος. Υπάρχουν σπουδαίοι συγγραφείς που έχουν διαπρέψει στο χρονογράφημα (Κονδυλάκης, Νιρβάνας κλπ), ενώ ορισμένα διηγήματα άλλων ρέπουν τόσο πολύ προς το είδος, ώστε είναι αρκετό δύσκολο να ξεχωριστούν απ΄ αυτό (π.χ. Μητσάκης, Ροϊδης, Παπαδιαμάντης κλπ). Υπάρχουν κι άλλοι που ενώ είναι αφόρητοι ως συγγραφείς, είναι μια χαρά ως χρονογράφοι, με πρώτο το Μελά. Υπάρχουν φυσικά και όσοι ξεκίνησαν χρονογραφώντας, για να περάσουν αργότερα στην πεζογραφία (Γερμανός), το θέατρο (Παπαδούκας) ή αλλά είδη (Στεφανοπούλου). Υπάρχουν και οι all around, όπως ο Ψαθάς ή η Βλάχου. Κι αν όλα αυτά σας φαίνονται αναφορές κάποιας ηλικίας, στους σύγχρονούς μας θα μπορούσα ν΄ αναφέρω τη Δαμιανίδη ή το Μανταίο. Κι όλα αυτά ενδεικτικά, οι καλλιεργητές του είδους είναι πολλοί και καλοί, ενίοτε δε η χρονογραφική τους ιδιότητα είναι επιμελώς υποφωτισμένη (Ψυχογιός, Θεοδωρόπουλος, Χωμενίδης, Τριανταφύλλου, Ζαχαριάδης, Παπαδάκη, Γιαννακίδης κλπ).

 

Πολλές βαριάντες έχουν εμφανιστεί, αλλά η κεντρική συνταγή παραμένει, εκατόν τόσα χρόνια και βάλε, η ίδια: ολίγη από επικαιρότητα, λοξός σχολιασμός της, φευγαλέα δοκιμιακότητα, χιούμορ, πικρόχολη διάθεση, πυκνότητα γραφής, αυτοσαρκασμός, εύρος γνώσεων, αναγνωρίσιμο προσωπικό ύφος (το τελευταίο το δυσκολότερο απ΄ όλα). Κι όλα αυτά γιατί; Για να σκάσει στην καλύτερη περίπτωση ένα χαμογελάκι ή για να κάνει μια φευγαλέα καινούργια σκέψη ένας, πιθανότατα κακοδιάθετος ή τζαναμπέτης, αναγνώστης. Αχάριστο είδος το χρονογράφημα, ξέρει ότι δεν πρόκειται να γράψει ιστορία, σαν το κύριο άρθρο, έχει όμως την αξίωση να το θυμούνται περισσότερο από το μικρό σχόλιο. Γι΄ αυτό και το δυσκολότερο, ίσως, στη δημοσιογραφία. Γι΄ αυτό και η στήλη του χηρεύει σε πολλά μίντια.
Έχοντας χωνέψει καλά όλα τα παραπάνω στοιχεία, η Ρούλα Γεωργακοπούλου χρονογραφεί από χρόνια στα «Νέα» και τον «Ταχυδρόμο». Τώρα, η Ρ.Γ. (που να το γράφεις όλο!), πολύ καλά έκανε κι έβγαλε μια ανθολογία 200 περίπου κομματιών της σε βιβλίο, σε μη χρονολογική σειρά για να μη δείχνει, όπως λέει η ίδια «την όποια εξέλιξη της». Καλλιεργώντας το δύσκολο αυτό είδος, η Ρ.Γ. ταυτόχρονα το ανανεώνει, προσφέροντας τα εξής νέα στοιχεία τουλάχιστον:
Α. Σουρεαλίζουσα διάθεση, που φαίνεται στις αναπάντεχες, αλά αυτόματη γραφή συνειρμικές συνδέσεις της
Β. Πλήθος λογοτεχνικών, ιστορικών, θεατρικών, κινηματογραφικών, πολιτικών μουσικών, αθλητικών, (ημι)επιστημονικών κλπ αναφορών, για όποιον θέλει να εμβαθύνει λίγο περισσότερο
Γ. Άριστη χρήση της αναλογίας και της παραβολής, τόσο, που καμιά φορά χρειάζεται δεύτερο και τρίτο διάβασμα για να είσαι σίγουρος ποιο σημείο της επικαιρότητας κατακρεουργείται (ή έστω σχολιάζεται κάθε φορά)
Δ. Κίνηση σε όλο το εύρος της ελληνική γλώσσας, από τις λαϊκότερες μέχρι τις λογιότερες εκφράσεις της
Ε. Συνήθως, μπόνους για το τέλος, σα δώρο και ταυτόχρονα σαν κατακεφαλιά στον αδημονούντα αναγνώστη, το ποιο ακριβώς είναι το αντικείμενο του σχολιασμού
ΣΤ. Ιδανική τιτλοφόρηση. Ιδού ένα απάνθισμα τίτλων: «Ανδρός πεσούσης», «Σουτιέν περίπτωση», «Για μια φέτα καλοριφέρ, ξεροψημένη», «Γιατρέ μου, θα ζήσω; », « Νιψονανομηματαμημονανόψιν», «Στενογραφία ή θάνατος», «Και ο Θεός έπλασε την Κάστερ Σεμένια», «Κλινήρης και φρουρούμενος», «Όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν) », «Στων Καννών την ολόμαυρη ράχη», «Επιστροφή στους μεντρεσέδες», «Το καριοφίλι, μάνα μου», «Puttana industriale, «Από τον Τζιμπούρ στον Πετσάλνικο», «Άντρες στον ένατο μήνα», «Σου βάζω δύσκολα, μα σκέψου πόσα πέρασα», «Η θανάσιμη αγωνία του Τσετίν Μάντατζη, «Ευτυχισμένο το 2051! », «Κλινοφιλία», «Ζεράρ λυόμενος», «Πες στην αδρεναλίνη, ακόμα την ψάχνω», «Φύλακες στη σίκαλη, μόνοι σας τώρα», « Κοιµήθηκε, πέθανε ή τα κακάρωσε;» «Στο Μπελμόν, αδελφές μου, στο Μπελμόν», « Στον όγδοο ουρανό», «Νυχτερίδες κι αράχνες, γλυκιά μου», «Πρόσεχε πού πατάς», «Χτύπα κι άλλο», «Ιστορίες του WC», «Tελευταίο ταγκό στο Παγκράτι», «Τo καρτέλ της γομολάστιχας», «Εγώ, ο κλώνος», «Η σέχτα της σελινόριζας», «Δεν είσαι καθόλου εντάξει» (ρίξτε μια δεύτερη ματιά στους παραπάνω, επιλεγμένους από μένα τίτλους- σε συνάρτηση με τα παραπάνω πέντε σημεία που επισήμανα).
Και τώρα, μετά από τούτη τη μακρά προεξαγγελτική παράθεση, το κυρίως πιάτο: Μια επιλογή ελάχιστων, οχτώ μονάχα, από τα περίπου 200, εξαιρετικά χρονογραφήματα της λαμπρής συναδέλφισσας:

 

«Γυναίκα μετρίου αναστήματος» της Ρούλας Γεωργακοπούλου. Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013

1. Μας πήραν το Παγκράτι

Όταν σφίγγουν τα πράγματα καταφεύγω στις αναμνήσεις της μάνας μου από την Κατοχή. Πολύ κακώς δεν έδινα σημασία τότε που τα είχε πιο πρόσφατα και μπορούσα να την τσεκάρω. Τώρα είμαι υποχρεωμένη να δεχτώ τη δική της στρογγυλεμένη εκδοχή ότι, και καλά, πέρασε μια φυματίωση στο πόδι κουτρουβαλώντας με τις τακουνάρες της από τα υψίπεδα του Παγκρατίου στη Λυρική και επέστρεφε από εκεί ποδαράτα, τραγουδώντας στη διαπασών.
Αυτά σκεφτόμουν την Κυριακή το βράδυ, όταν έβγαινα από το Θέατρο Ολύμπια με την άρια «Una furtiva lagrima» ακόμη στα αυτιά μου και τη νέα αθλιότητα της Αθήνας να περφορμάρει μπροστά στα μάτια μου. Πόσο ανόητη υπήρξα που δεν εκτίμησα, στον καιρό μου, την προωθητική δύναμη των ψηλοτάκουνων;
Ανέβηκα στο Παγκράτι με ταξί κι άρχισα να ψάχνω σαν μανιακή στα ορεινά της βιβλιοθήκης μου. Πολύ κακώς είχα διαβάσει στεγνά λογοτεχνικά τον «Κουτσό Άγγελο» του Αλέξη Πανσέληνου. Η μετάκληση του φοβερού Γερμανού μαέστρου Μπόντο Φρόμπεργκερ που είχε έρθει να διευθύνει τον «Χρυσό του Ρήνου» στην παγωμένη αίθουσα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, με μουσικούς και πριμαντόνες στα πρόθυρα της ασιτίας, είχε αρχίσει κιόλας να δουλεύει μέσα μου. Αύριο, το πολύ μεθαύριο, θα πάω να αγοράσω και τις γόβες. 26.10.2011
2. Σταδίου 23
Θέλω να δω τους δύο που κατηγορούνται για τη Marfin. Δεν θέλω να τους ακούσω. Να τους δω θέλω μόνο. Να μπω στο νόημα, να καταλάβω. Έχουν μάτια, μύτη, χείλη, αυτιά, κούτελο; Περπατούν, κάθονται, χειρονομούν, χασμουριούνται όπως εγώ, εσείς και οι άλλοι; Μακραίνουν τα νύχια τους και τα μαλλιά τους; Τρώνε, κοιμούνται, βήχουν, φταρνίζονται, αποπατούν; Έχουν τις ίδιες λειτουργίες με τον κοινό ανθρώπινο οργανισμό ή παίζει τίποτα αλλιώτικο; Το τεκμήριο της αθωότητας θα το σεβαστώ οπωσδήποτε, όπως άλλωστε έχω σκοπό να σεβαστώ και αυτούς που θα μαζευτούν να τους αθωώσουν διά βοής έξω από τα δικαστήρια. Θα σεβαστώ ακόμη και το ενδεχόμενο να μην πειστεί η έδρα και τελικά τους αφήσει να φύγουν λόγω αμφιβολιών ή λόγω παρέλευσης του δεκαοκτάμηνου προφυλάκισης όπως ορίζει ο νόμος. Τι άλλο να κάνω; Η Δημοκρατία, για μένα, είναι πόλεμος. Πόλεμος κατά του κακού, του μοχθηρού, του βάρβαρου, του πρωτόγονου που έχω μέσα μου. Θα καθίσω λοιπόν στ’ αυγά μου, προσεκτικά να μην τα σπάσω, και θα περιμένω να τους δω σιγοτραγουδώντας τον προσωπικό μου εφιάλτη: «Ανέβηκα σ’ ένα βουνό και είδα ένα γαϊδούρι/ το κοίταζα με κοίταζε/ και μου ‘μοιαζε στη μούρη».
Έχω κι άλλα χιτάκια εσωτερικής χρήσεως αλλά δεν πρόκειται να σας τα τραγουδήσω εδώ, όλα μαζεμένα. Θα συμπληρώσω απλώς το παραπάνω: «Γω-γω, συ-συ, τα φυλάς εσύ». Μόνοι σας τώρα. 1.2.2013
 
3. Αγγέλω, η βασίλισσα της κερκίδας
Τις αθώες εποχές, τότε που ο Μπέος και ο Κούγιας δεν ήταν ακόμη σελέμπριτι της μπάλας, η Αγγέλω ήταν η αδιαφιλονίκητη βασίλισσα της Μαύρης Θύελλας. Μες στο τεράστιο σώμα της είχε μια αθώα καρδιά που χτυπούσε κάθε Κυριακή μεσημεράκι για τη «σκληρή» νότια κερκίδα του Π.Σ. Καλαμάτα. Η Αγγέλω Σμυρνιού, εργάτρια στου Καρέλια, πέθανε την περασμένη εβδομάδα σε ηλικία 64 ετών. Έφηβη ακόμη ξεσήκωνε με τις διονυσιακές ατάκες της την τοπική ομάδα του Απόλλωνα, η οποία εξέφραζε το συντηρητικό κομμάτι της καλαματιανής κοινωνίας. Από το 1967, όταν ο Απόλλων συνενώθηκε με την αριστερή ομάδα της πόλης, τα θρυλικά Πράσινα Πουλιά, εκλέχτηκε διά βοής αρχηγός της ανδροκρατούμενης κερκίδας.
Δεν παντρεύτηκε ποτέ, μάλλον γιατί δεν το χρειαζόταν. «Ήταν αδιανόητο να παίξουμε χωρίς να την ακούμε» λέει ο Άγγελος Σκαφιδάς, αρχηγός της ιστορικής ομάδας. «Στο πρώτο ματς με τον Ολυμπιακό, στο Καραϊσκάκη, καθόταν κοντά στη Θύρα 7. Οι φωνές της κόντραραν την τρομπέτα του Αττίλιο. Προηγηθήκαμε στο σκορ, πετάχτηκε να πανηγυρίσει κι έφαγε τόσες κλωτσιές, που μέτρησε με το κεφάλι τα σκαλιά της κερκίδας κι έσπασε το χέρι της».
Το 1972 η Καλαμάτα, με βασικό αντίπαλο τον Ίκαρο Νέας Ιωνίας, ανέβηκε στην Α΄ Εθνική. Η πόλη παραληρούσε στο «ξερό» του Μεσσηνιακού, με τις τσιμεντένιες κερκίδες και τα ασοβάτιστα αποδυτήρια. Εκεί ήταν το βασίλειό της και από εκεί δίδασκε, χωρίς να το ξέρει, κι εμάς, τα δυο τρία μαμμόθρεφτα που τολμήσαμε να σκάσουμε μύτη την ίδια εποχή, στην ίδια κερκίδα.
Μαθαίνω ότι στην κηδεία της έστειλε στεφάνι ο πρωθυπουργός και ότι ο τότε πρόεδρος της ομάδας τη χαρακτήρισε «Βέμπο της Μαύρης Θύελλας». Εμείς την ευχαριστούμε από εδώ. Για τη χαρά του παιχνιδιού και για τις αναμνήσεις. 21.12.2012
4. Ποιος νίκησε στη ναυμαχία της Σαλαμίνας
Άβυσσος οι βιορυθμοί των «γνωστών αγνώστων». Η επέτειος του Πολυτεχνείου γιορτάστηκε φέτος χωρίς σπέσιαλ εφέ. Εν τω μεταξύ, το άρθρο του Χρύσανθου Λαζαρίδη ανέλαβε να τονώσει το κλίμα λανσάροντας ένα ακόμη δίλημμα μέσα στα τόσα: Ήταν όντως μια λαϊκή εξέγερση, έτσι όπως την αφηγείται η Αριστερά, ή πρόκειται για έναν «καθεστωτικό μύθο» από τον οποίο επωφελήθηκε κυρίως η ίδια;
Χαίρομαι που ο όρος «καθεστωτικός μύθος» δεν ανέβασε στα κάγκελα τους συνήθεις κοκορίκους. Μακάρι να συνέβαινε το ίδιο με οποιαδήποτε διατύπωση επιχειρεί (εύστοχα ή άστοχα) να ανακατασκευάσει τη «χαμένη ιστορία». Δεν ξέρω αν το αποτέλεσμα είναι αληθινό, βάζω το χέρι μου στη φωτιά ότι θα είναι πάντως θεραπευτικό.
Με εξαίρεση τον Λάκη Λαζόπουλο και τις θείες του από τη Λάρισα, η Ιστορία του καθενός δεν είναι μια βεβαιότητα που τη βαστά σαν ρόπαλο κατά παντός διερχομένου. Απεναντίας είναι μια πληγή, μια έλλειψη, ένας τραυματισμένος ιστός, ένα πάτσγουορκ απωθήσεων, εξιδανικεύσεων και αποκρύψεων που ζητάει απεγνωσμένα την ανασύνθεσή του. Για μένα, κάθε συνδετικό υλικό είναι καλοδεχούμενο αρκεί να είναι αυθεντικό, όπως επί παραδείγματι το χιούμορ ή το τυχαίο.
Σας απoχαιρετώ με μια αληθινή ιστορία. Βρισκόμαστε στο 1968, στην καρδιά της χούντας, και οι μαθητές της Κούλουρης με κανό και ποδήλατα θαλάσσης αναπαριστούν ενώπιον των Αρχών τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Θες επειδή φύσαγε ανάποδα, θες επειδή τους Έλληνες τους υποδύονταν οι σπασίκλες και τους εχθρούς οι περπατημένοι, πάντως εκείνη τη χρονιά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας την κέρδισαν οι Πέρσες. 21.11.2012
5. Το µαγαζάκι του τρόµου
O πατέρας µου, µύρο το κύµα που τον τύλιξε, δεν ήθελε να γίνω ναυτικός. Απεναντίας ήθελε µετ’ επιτάσεως να γίνω φαρµακοποιός. Κι αφού του ΄κανα τη χάρη να παιδευτώ επί δεκαπενθήµερο µε τη Φυσική του Περιστεράκη, τελικά το πουλάκι πέταξε και να πού φτάσαµε σήµερα. Να ξεφτιλίζοµαι ως επαγγελµατίας και ως άνθρωπος για έναν ουροσυλλέκτη εν µέσω απεργιακού κύµατος. Και σε ποιον δεν τηλεφώνησα και σε ποιον δεν κλάφτηκα για ένα αποστειρωµένο πλαστικό φιαλίδιο συν µια καρτέλα αντιβιοτικά ευρέος φάσµατος. Και να πεις πως δεν σέβοµαι και δεν τιµώ το φωτεινό σταυρουδάκι της κάθε γωνίας; Καθηµερινά και απαρεγκλίτως. Μα θα χρειαστώ, ώρα µεσάνυχτα, κανένα αναλγητικό αναβράζον από εκείνα που δεν πουλάνε τα περίπτερα, µα θα µου ᾽χει ρουφήξει η ηλεκτρική σκούπα το θερµόµετρο, µα θα καίγοµαι για κανένα πακετάκι ντεµακιγιάζ και για ανατοµικούς πάτους µε διπλό διαφορικό και αντικραδασµικό σασί. Πώς να σας το πω για να το καταλάβετε; Εµείς τα έχουµε χτίσει αυτά τα µαγαζιά κι ας λειτουργούν όποτε ευκολύνονται. Προσωπικά το είχα συνηθίσει να ψοφολογάω σύµφωνα µε το ωράριό τους και να ξεµένω από µπατονέτες ανάλογα µε τα ρεπό τους. Αλλά αυτό το πρόσφατο, να ρίχνουν «πόρτα» σε διαβητικούς, καρδιοπαθείς και ασθµατικούς, µου φαίνεται πολύ βαρύ. Πιο βαρύ από τις βαρύγδουπες δηλώσεις των εκπροσώπων τους στην τηλεόραση, βαρύτερο και από την έλλειψη ουροσυλλέκτη που λέγαµε παραπάνω. 24.1.2011
6. Η στάση της ιεραποστόλου
Αν κατάλαβα καλά, ο νοµικός σάλος ξεκίνησε όταν µια Σουηδέζα κελάηδησε από το τουίτερ της αυτήν (περίπου) την ατάκα. «Χτες βράδυ έκανα πρωκτικό σεξ µε τον φίλο µου και σήµερα το πρωί διείσδυσε µέσα µου χωρίς προφυλακτικό και χωρίς τη συναίνεσή µου». Να τον µηνύσω ή να τον πλακώσω στο ξύλο;
Η τελευταία ερώτηση είναι δική µου, µέσα µου όµως έχω κι άλλες πολύ πιο επείγουσες. Μπορώ άνετα να µαντέψω το ποιόν του συγκεκριµένου βρωµιάρη που ξέχασε να κάνει µπιντέ, µου είναι αδύνατον όµως να κατανοήσω τη στάση της παθούσας, η οποία καίτοι Σουηδέζα «ντράπηκε», λέει, να τον κόψει πάνω στο καλύτερο και ιδού πού φτάσαµε. ∆εκαετίες µετά τη σεξουαλική επανάσταση και τον φεµινισµό να συζητάµε ξανά για τη «συναίνεση», τις «γκρίζες ζώνες» στον έρωτα, την ελευθερία, τη σεξουαλική αυτοδιάθεση και τη συνενοχή.
Κι ενώ κάλλιστα θα είχε αποσοβηθεί το µοιραίο µε ένα απλό –απλούστατο– «δε γουστάρω ρε φίλε», οι πιο απελευθερωµένες γυναίκες της Ευρώπης επαναφέρουν το κώλυµα της «υποµονής» και της «ντροπής», οι οποίες στο ρεπερτόριο των αντρών ερµηνεύονται ως «λεβεντόπαιδο Αρίστο µπες στο µαγαζί και κλείσ’ το».
Στοιχειώδες αγαπητέ Γουότσον. Ο δυτικοευρωπαϊκός αυτισµός φτάνει σε σηµεία εκζήτησης, την ίδια ώρα που οι γυναίκες ενός άλλου ανοµολόγητου κόσµου λιθοβολούνται δηµοσίως και ακρωτηριάζονται σεξουαλικά επειδή στραβοπάτησαν και φάνηκε ο αστράγαλός τους. Αυτά… 14.2.2011
7. Εμπρός της γης οι κολασμένοι
Φέτος γιόρτασα την Εργατική Πρωτομαγιά στην πλαζ του Φλοίσβου. Με τον γιακά της καμπαρντίνας μου σηκωμένο, μέτραγα κεφαλάκια να ξεμυτίζουν από την παγωμένη θάλασσα και περήφανους γλουτούς να λιάζονται στην παραλία. Προσεκτικά, μη με πάρουν είδηση, εξέταζα ωραίους μεσήλικες μέσα στα αθλητικά τους παπούτσια και απελεύθερα παιδιά και σκυλάκια να λιχνίζουν την απάτητη άμμο α βολοντέ.
Μα πιο πολύ από όλους τους διαδηλωτές μου έκαναν εντύπωση οι νεαροί γονείς που βόλταραν στην προκυμαία. Τόση μοναξιά, τόση ψυχική απόσταση πάνω από το ίδιο καροτσάκι, πάνω από τον ίδιο μπέμπη, τόση δυσοίωνη σιωπή ανάμεσα στα δύο συμβαλλόμενα μέρη…
Μπορεί να ΄ταν και ιδέα μου, μπορεί και να έφταιγε το ύπουλο ανοιξιάτικο αεράκι, πάντως αυτή η κατά ζεύγη σιωπηλή διαμαρτυρία μου πάγωσε την ψυχή. Χίλιες φορές καλύτερα να παρακολουθώ τα σλάλομ που έκαναν με τα πατίνια τους ένα ζευγάρι Ρώσων ντεσπεράντος σύρριζα στις γραμμές του τραμ. Αυτοί τουλάχιστον είχαν την όρεξη να φλυαρούν μεταξύ τους και να χαζογελάνε παρά το λαχάνιασμα, παρά τα κάποια ανεπαίσθητα φρεναρίσματα στο κράσπεδο.
Μπορεί να ΄ταν και ιδέα μου, μπορεί να συνέβαλαν τα κασκέτα και οι επιγονατίδες που φορούσαν, πάντως από όλα τα πανό της φετινής Πρωτομαγιάς αυτό ήταν το μόνο που κέρδισε την εμπιστοσύνη μου. Τους παρακολούθησα με το μάτι όσο ήταν δυνατόν και μετά γύρισα σπίτι σφυρίζοντας τα θούρια της ημέρας σε ρυθμό βαλς εζιτασιόν. 4.5.2009
8. Ήρθα στο σπίτι
Είμαι εξαρτημένη από ένα τόσο δα ραδιοφωνάκι. Το φορτώνω στον δίσκο με τον καφέ μου και πηγαίνει όπου πάω. Ακόμη και στο ντους, που λέει ο λόγος, χρειάζομαι απολύτως τη μουρμούρα του. Οι οικείοι μου έχουν κάθε δίκιο να ενοχλούνται και να το ανταγωνίζονται. Στην αρχή διακριτικά και στη συνέχεια αγανακτισμένα, μου εκθέτουν τις βλαβερές συνέπειες της ακατάσχετης ενημέρωσης. Πού να τους εξηγώ… Ακόμη κι εγώ η ίδια δεν καταλαβαίνω από πού την ψώνισα αυτή τη μανία να ακούω δελτία ειδήσεων που στην ουσία πιο πολύ με ψυχαγωγούν παρά με ενημερώνουν.
Η φετινή χρονιά δεν είναι καλή για τους ενημερωτικούς σταθμούς. Το εξασκημένο αυτάκι μου έπιασε ίχνη κοπώσεως, για να μην πω σημάδια γενικού ξεχαρβαλώματος στις δημοσιογραφικές εκπομπές και στα μαγκαζίνο. Για να μην αποσταθεροποιηθώ εντελώς, γύρισα το κουμπί σε άλλες, μουσικές αυτή τη φορά, συχνότητες. Πήρα αμπάριζα από το Δεύτερο Πρόγραμμα και σιγά σιγά ξεχύθηκα και σ’ άλλους παρόμοιους σταθμούς. Ακούω πρώιμο Στέλιο Καζαντζίδη και ύστερο Λάκη Παπαδόπουλο. Στα γκόσπελ του Άκη Πάνου και στα ιδιόμελα του Μάνου Χατζιδάκι μου ‘ρχεται να σταθώ «προσοχή». Στην «Τετραλογία» του Δήμου Μούτση δίνω τα ρέστα μου και με το «Μέσα στα μαύρα σου, κυρά μου, τα μαλλιά» του Θεοδωράκη κυριολεκτικά ξελαρυγγιάζομαι. Θυμάμαι κάτι φίλους από την εφηβεία που τώρα μούστωσαν, τότε όμως ήταν περιωπής τραγουδισταράδες. Τους καλώ σε φανταστικές τετραφωνίες και τέρτσα αυτοσχέδια. Κι όπως έχω ξεμάθει να αναπνέω σωστά, μου πέφτει η πίεση και ζαλίζομαι, αλλά τι πειράζει; Επιτέλους γύρισα σπίτι…

© Δημήτρης Φύσσας και  Athens Voice

Advertisements