«Μνήσθητί μου Κύριε» του Πέτρου Κυρίμη, Μια Κυριακή χωρίς μπάλα

by SF

Κυριακή πρωί ήτανε και ήμασταν καμιά δεκαριά παιδιά μαζεμένα να θέλουμε να παίξουμε μπάλα και μπάλα να μην έχουμε, τι μπάλα δηλαδή, ούτε καν ένα λαστιχένιο τόπι όπως τις πιο πολλές φορές. Καθισμένοι όλοι στη σειρά κάτω στο πεζοδρόμιο, σκασμένοι που θα πήγαινε η Κυριακή τσάμπα, δίχως ποδόσφαιρο.

  Και ξαφνικά από το απέναντι μπαλκόνι, να σου ο Βασιλάκης ο μυταράς με το κοντό του παντελονάκι και τα δερμάτινα παπούτσια και στα χέρια του κρατούσε μια μπάλα, μα τι μπάλα! Ούτε στα όνειρα μας δεν είχαμε δει.
  Και τι έκανε το κωλόπαιδο, την κράταγε ψηλά και μας την έδειχνε για να μας καψουρέψει. Μετά την πέταγε στον τοίχο και την ξανάπιανε, όπως παίζουνε τα κοριτσάκια.
 Ξαφνικά σηκώθηκε ο Αντώνης ο Τσίχλας πάει κάτω από το μπαλκόνι κι αρχίζει να τον παρακαλάει να μας πετάξει τη μπάλα.
 Ο Βασιλάκης ο μυταράς (που έγινε αργότερα εισαγγελέας) μας έδειχνε με το δάχτυλο έναν, έναν και έλεγε ποιόν δεν ήθελε να παίξει με τη μπάλα του.
 Ο Τσίχλας του έλεγε να κατέβει κάτω και θα παίζανε οι δυο τους και ο μυταράς του λέει «καλά, έλα από κάτω να την πιάσεις» και πάει όλο χαρά ο Τσίχλας από κάτω από το μπαλκόνι κι ο Βασιλάκης ο μυταράς του αμολάει μια ροχάλα ίσα πάνω στα μούτρα και το σκάει μέσα στο σπίτι.
 Τότε χωρίς να το πολυσκεφτώ, πάω και χτυπάω το κουδούνι και λέω «κυρά Πηνελόπη άνοιξε, του Βασιλάκη του έπεσε η μπάλα» εκείνη ανοίγει και εγώ ανεβαίνω τις σκάλες και τον βλέπω να τρέχει τρομαγμένος και να φωνάζει τη μάνα του, τον προλαβαίνω κι εκείνος για να γλυτώσει, κάνει έτσι και μου απλώνει με τα δυο χέρια τη μπάλα που κράταγε και εγώ την αρπάζω, βγαίνω έξω στο μπαλκόνι και την πετάω κάτω στους άλλους.
 Ούτε να τον φτύσω δεν άξιζε ο πούστης, αλλά τον έφτυσα και μάλιστα δυο φορές και η μάνα του τσίριζε και εγώ τους άφησα έτσι και κατέβηκα τις σκάλες και βγήκα πάλι έξω στο δρόμο και βρήκα τους άλλους στη Ζανή να χωρίζονται σε διπλό κι αρχίσαμε να παίζουμε χαρούμενοι κι εγώ είχα ξεχάσει τον Βασιλάκη όχι γιατί με είχε απορροφήσει το παιχνίδι, αλλά είχα στο μυαλό μου τη μάνα μου που ήτανε στο σπίτι άρρωστη, τον πατέρα μου δεν τον γνώριζα «στα καράβια» λέγαμε αόριστα άμα μας ρωτούσαν. Εκείνα τα χρόνια ολονών οι πατεράδες που είχαν εξαφανιστεί ή στα καράβια ήτανε ή πεθαμένοι. Κανένας δεν είχε παρατήσει το σπίτι του, γιατί στη γειτονιά ήτανε ντροπή τέτοιο συμβάν για τη γυναίκα και τα παιδιά που έμεναν πίσω.
 Εγώ από τότε που άρχισα να σκέφτομαι, ήθελα να γίνω καπετάνιος στα καράβια.
 «Μάνα – της έλεγα- θα σε παίρνω και σένα μαζί. Όπως ο καπετάν Μανόλης παίρνει τη γυναίκα του, εγώ θα παίρνω εσένα. Εσύ θα είσαι η καπετάνισσα πάνω στο καράβι, εσύ θα μου λες ποια λιμάνια θες να δουν τα μάτια σου κι εγώ θα σε πηγαίνω. Της άρεσε να της μιλάω έτσι κι όλο έλεγε καθώς σκούπιζε κρυφά τα μάτια της, πως την τρόμαζε η θάλασσα, αλλά με μένα καπετάνιο δεν θα ΄ χε φόβο πια κι όλο σκούπιζε τα μάτια της και εγώ δεν έμαθα ποτέ, αν έκλαιγε από χαρά ή από λύπη, σαν να ήξερε πως καπετάνιος δεν θα γινόμουνα ποτέ.
©Πέτρος Κυρίμης
φωτογραφία: Creative commons, ειδικά «προσαρμοσμένη»
Advertisements