Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Το σόλο της Χαλκίδος

by SF

Γιάννης Σκαρίμπας

ΗΑθήνα είναι λάδι σε τελάρο, πιο πέρα τ΄αρχαίο τρίγωνο της πόλεως και άλλες ιστορίες. Και στη Χαλκίδα ακόμη τραγουδούν τα μπλουζ του Σκαρίμπα. Οι λιγνές υπάρξεις, τα σύνθετα, βαδίσματα μες στις πόλεις και επιγραφές. Ο ευβοϊκός κόσμος του Γιάννη Σκαρίμπα είναι ένα άλμα. Και ως τέτοιο αναμένεται να το συνοδεύει ένα ρίσκο, ο κίνδυνος και ο θεσμός του ακροβάτη, τα τολμήματα στις επικίνδυνες περιοχές.

Η πόλη του τελώνη είναι μια καινούρια Ιεριχώ, με τους αμαρτωλούς και τις εξαρθρωμένες κούκλες, κάτι κορίτσια με αστικά ονόματα και την όψη των μεσήλικων που εμπορεύονται το χρυσό. «Το σόλο του Φίγκαρω» είναι ο διαλυμένος κόσμος με τις ταραγμένες υπάρξεις και τις βιοτεχνίες και ακόμη τις υπηρεσίες της και την αναγκαία ελίτ μιας ιστορίας. Ο Γιάννης Σκαρίμπας πλάθει ένα σύμβολο. Ως τέτοιο το χορευτικό κρεσέντο, μιας νουβέλας, ίσως φιλόδοξης μα γεννημένης για μια τέτοια θέση, που θα διεκδικήσει τον τίτλο του μυθιστορήματος, για το μύθο μονάχα. Όπως οι γεννημένοι για νεκροί του συγγραφέα που περιφέρονται στην πόλη, αναγνωρίζονται για ανθρωποφάγοι, μπλεγμένοι μες στην πιο στυγνή και επώδυνη απάτη, για την πίστη που είναι μονάχα μια φορά ανθρώπινη και κατακρεουργημένη. Η περίπτωση Σκαρίμπα δεν μπορεί να συνδιαλλαγεί πια με καμιά σχολή και σε κανένα λογοτεχνικό σαλόνι δεν θα βρεθεί μια λιτή αναφορά του. Η επίκαιρη αποδοχή του έργου του στηρίζεται μάλλον στην αναγνώριση εκείνης της φωνής που αρμόζει στον εκλεκτισμό μας. Στ΄άλμα και τις τροχιές μετριούνται οι καρδιές και χτυπούν εξωφρενικά, ιρλανδέζικα ταμπούρλα στον κάμπο τις πιο όμορφες μέρες του κόσμου. Και ας είναι δράματα και τελειωμένες περιπτώσεις, θα ζητούν τα κορίτσια τους στους δρόμους και έξω από σπίτια θα γυρεύουν τις νεανικές τους απογοητεύσεις. Τα όργανα των παλαιών καλοκαιριών μες στα χωριά και τις ρεματιές, τα όργανα σε ψηλές στροφές, μηχανικές και αντίπαλες, εξωπραγματικές.
  Ο Γιάννης Σκαρίμπας ανασαίνει την ελληνική παράδοση και όλα τ΄άστρα στην ποδιά της και άλλα τέτοια. Όπως οι γυάλινες πόλεις και τα χωριά των ορεινών που αστράφτουν μες στο χειμωνιάτικο ήλιο της Κόνιτσας. Ο Σκαρίμπας πληρώνει ακέραιο το ευλογημένο τίμημα της γενιάς του που ακουμπά στη δημώδη ποίηση, τα δροσερά περιβόλια. Σε όλες τις εποχές υφίσταται μια ανταπόκριση στην ελληνική ύπαιθρο και τα ήμερα σύμβολά της, τη θαρραλέα τρυφερότητα που΄μεινε αναλλοίωτη για πάντα, περνώντας στη συνείδηση και τη μοίρα.
  Είναι το μοιραίο παιχνίδι ή μια αγωνία ανάμεσα στον έρωτα και το θάνατο η περιπέτεια του Σκαρίμπα. Με το ένστιχτο περπατάει το Άμστερνταμ, την Ιερουσαλήμ, τις σήραγγες των τελωνοφυλάκων μες στη νύχτα με τα εβραίκά ονόματα και την αιώνια, ερωτευμένη, άκανθη γυναίκα της αστικής τάξης. Η Νίνα, η Λουίζα, η Βιέννη, η φαρμακολογία, η γυναίκα αργότερα του Ταχτσή και τα κατασταλτικά της εποχής, οι συναγωγές και οι γραφές. Έξω από συντεχνίες, δραπέτης και ηρωικός και ελάχιστος ο Γιάννης Σκαρίμπας σηκώνει τις πέτρες από το κάστρο και τον κόσμο, κυνικός, παιδαριώδης, χιμαιρικός και ευέξαπτος πάντα ο Γιάννης Σκαρίμπας και ο γιος της Σουρούπαινας που είναι ντροπή και κάμα μαζί. Πάντα η Λουίζα τέχνη, η Λουίζα έρως νεανικός και ατελεύτητος ή παραπλανημένος.Η Λουίζα στις οδούς, πάντα περαστική σαν αέρας η Λουίζα ακόμη οσμή γαλανού απογεύματος μες στις εξοχές. Ο Φίγκαρω που κρατεί το ρόλο και τον ηρωισμό του, μια απόπειρα που δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ, όπως και το σόλο της γυναίκας βιόλας που κυνηγά ο άνδρας, πέρα από την πόλη και τα σχήματα. Μια πρόκληση ο Γιάννης Σκαρίμπας εμπρός στην ακαδημαϊκή κοινωνία του απέραντου, δυτικού κόσμου που στήνει τα ικριώματα των φορεμάτων και είναι το δείγμα του μέλλοντος που σήμερα υπάρχει. Αφοπλιστικός, όπως ο άνδρας που περιπλέκεται πάνω στις καρέκλες του Μπείκον ο Σκαρίμπας μετατρέπει την τραγικότητά του σε μια αφοπλιστική πρωτοπορία που ίσως να μην στάθηκε τίποτε λιγότερο από μια εσωτερική αναγκαιότητα. Η ειλικρίνεια συνιστούσε ανέκαθεν ένα κριτήριο και ένα δείγμα ουσίας, μια παρατήρηση δεδομένη και συνεπής. Η Χαλκίδα που δεν είναι ακόμη ένα σπουδαίο, αστικό κέντρο, μιμείται τα δρώμενα των Αθηνών, τη εκβιομηχάνιση, τις κάστες, τις νευρώσεις που θα γίνουν κάποτε διαστροφές. Μες σε αυτό το θέατρο ο Σκαρίμπας αναλαμβάνει το ρόλο του, μια εξ ενστίχου αναπαραγωγή της πραγματικότητας που είναι πάντα η ανάπλασή της, όπως κηρύχτηκε από το βάθος των σαλονιών.Ίσως εξαιτίας αυτού μια εύκολη λύση θα ήταν να ενταχθεί η απόπειρα του Σκαρίμπα στον υπερρεαλισμό, όπως και έγινε.
  Με αυτήν την έννοια ο Γιάννης Σκαρίμπας καθιερώνει έναν κόσμο επιγραμμάτων, υπακούοντας στην εφηβική αυτοπεποίθηση της τέχνης. Στον τομέα της τοποθετείται ακυρώνοντας τις σχολές, θέτοντας μια αγκανθώδη διεύρυνση του ορίου της μορφής. Ο Γιάννης Σκαρίμπας αντιστέκεται ψυχολογικά και στυλιστικά, σαν νησί στην καινούρια εποχή που πλησιάζει.Η διάσωση του Σκαρίμπα στοχεύει σε μια αισθητική προσέγγιση, σε μια ιδέα ζωής που δεν μπορεί να χαθεί μες στον πολιτισμό, αλλά να συγκρατήσει τη φιλοδοξία του για να προβεί κάποτε εμπρός από τα τοπία και τα ιδεολογήματα. Η αίσθηση του Σκαρίμπα είναι ζωική, καθώς η πίκρα επειδή ποτέ δεν μπορεί η τελευταία να σταθεί πέρα απ΄το νου. Οι προσωπογραφίες του Χαλκιδαίου είναι τόσο συγκεκριμένες, τα χαρακτηριστικά τους, οι θρησκευτικές τους ονομασίες, κομψές και ασυμβίβαστες, στοιχεία ενός μαχόμενου ανθρώπου. Μες στην παραφροσύνη και το ανήθικο παίγνιο της προόδου ο άνθρωπος υπακούει στην αγωνία των παρατηρήσεων και των εξειδικεύσεων, Ιησούς και σωματέμπορος, προκλητικός, κατακρίνοντας με ευστοχία τα δράματα. Αυτά ποτέ δεν θα μπορέσουν να τα εντοπίσουν οι κριτικές και τα δοκίμια. Ο μύθος του Σκαρίμπα είναι αγνός και αδυσώπητος, ο ίδιος είναι αποκριάτικος και οι όψεις του αρρωστημένες, έτσι που να φέγγει εκείνο το κάποτε που υπήρχαν άνθρωποι.
  Ο Σκαρίμπας θα διεκδικείται πάντα. Από σχολές, υποθέσεις και επικριτές. Μιλούμε για όψεις πραγμάτων, εκείνες τις ίδιες που μοιάζουν με τις ηδονές της Καπούης ή άσχημα, μαύρα συκώτια. Το Τολέδο, τη γυμνή Μάγια και τα προαύλια των τρελών. Όπως και να΄χει, ο Γιάννης Σκαρίμπας, με την ελευθερία και το ήθος του, με τη ρίζα, τ΄όνειρο και το χιμαιρικό ταλέντο του, καταπιάνεται με τη μαγεία του λόγου και του πνεύματος, ακτινογραφεί τους κόσμους του, τις επιθυμίες ως όντα πια. Είναι εξόχως ενδιαφέρον το γεγονός πως το σόλο του Φίγκαρω δεν θ΄ακουστεί ποτέ. Όμως η δεσποινίς Δολόξα, ο αξιότιμος Ριχάρδος Γκαμόν ίσως και να υπήρξαν, βαθυστόχαστοι, άπιαστοι και συγκρατημένοι, προσαρμοσμένοι στις βιομηχανικές τους μέρες. Το βέβαιο είναι πως το κήρυγμα του Ανδρέα Εμπειρίκου και η ψιλή φωνή του Σκαρίμπα μπορούν να συναντηθούν και να αμφισβητήσουν ακόμη περισσότερο τον όποιον υπερεαλισμό και την όποια σκιά. Την καθ΄ημέραν ακόμη θρησκεία και τ΄όνειρό της. Κοντύτερα στην ελευθερία και τίποτε άλλο το σόλο του Γιάννη Σκαρίμπα.
©Απόστολος Θηβαίος
Advertisements