Λουκάς Λιάκος, τα απομεινάρια μου κι η χορωδία σου -ποίηση

by SF

 
ΚΕΡΑΚΙ

Γράφω για ένα κεράκι που δε θα κρατήσει πολύ
για την ιστορία του και το δρόμο μιας ζεστής φιγούρας
το κίνητρο, η αιωνιότητα, οι βλάβες στη βαθιά του νύκτα
οι λιποθυμίες και η νίκη, όλα στημένα, άχρωμα
αναπνέουν.
Δυο χέρια κλείνουν οι γυναίκες που δεν μας αγαπούν, στέκονται
περιμένοντας την επιστροφή στο σπίτι, το σκοτάδι σου
είναι πρόσωπο που τις ανακατεύει
σαν όνειρο τρελής ζωντάνιας
τρέχουν και το αγγίζουν

γρήγορα, είναι ο απόλυτος θάνατος
τα σφεντάμια λυγίζουν
κι εσύ κεράκι μου κλαις γιατί είναι φθινόπωρο
γιατί είσαι πρίγκιπας που καίγεσαι
σαν ουρανός και σα κίνηση
από δω μέχρι τον εαυτό σου.
Τα μαλλιά σου στροβιλλίζονται
γαλάζια αίθουσα λαμπτήρων
οι εμπειρίες, οι σκουριές ο ήλιος και τα περιθώρια χάνονται
πως να σου το πω πως λιώνεις χωρίς να σε διακόψω;
Έρχονται νέα πράγματα
διαμάντια, αμφιβολίες, μάταια, επώδυνα, χωριστές συλλαβές
έρχονται πίσω μου, ανησυχούν οι άνθρωποι
βγαίνουν, αναστενάζουν έκπληκτοι, μετεωρίτες
κι ύστερα τα ποτάμια τρέχουν δίχως φιλοδοξίες
χαμηλά εκεί που είναι τα κατακάθια
τα απομεινάρια μου κι η χορωδία σου.

***
 
Το σκοτάδι μας

Κατέβαινες από το λόφο και η σκιά σου ξεμάκραινε στο κακό που ήταν λειψό
οι πέτρες κολλούσαν κι ο ουρανός το δεχόταν, άστραφτε μαζί με τα ποτάμια του
τώρα σε πονάει, μη με αγγίξεις
είναι σαν έγκαυμα εκεί που μʼ ακούμπησες, βουή και σύννεφα
μπερδεύονται στα πόδια σου άσπρα χρυσά ψηλοτάκουνα γνωρίζουν
τη νύχτα το χρώμα τα κύματα θύελλα είπες, εμπρός να φύγετε
χέρια κοκαλωμένα στα ρούχα πήραν εισπνοές μονοκόματα
μαχαίρια πέσαν στα νερά μύρισε η βροχή απάνω στο φουστάνι σου
μια σκιά στο καταμεσήμερο μου είπε πως είσαι καυτή
μα ζεις εκεί που ξεθωριάζεις
εσύ που κρέμασες βρεγμένο το χώμα όμοιο με το δέρμα σου κι ο ήλιος φουκαριάρικος
στυμμένος υγρός μας χτύπησε λίγο και διαγώνια ώςπου πρήστηκε κι αυτή η αχτίδα του
νιώσαμε τη σιωπή να σβήνει και φυσαλίδες να γυρνούν κάπου ήσυχα
τύμπανα βασιλικά ομιλίες απάντησαν
άνοιξαν τα χέρια σου, φτερούγες μεγαλοπρέπειας
κάποιο κλαψούρισμα στην αρχή του παραδείσου
ύστερα δόντια που έτριξαν κι ο αέρας θερμός
αρουραίοι κι ουρλιαχτά μας περίμεναν, πως το εξηγείς
ωστόσο η στιγμή έμεινε ακίνητη, έστεκες δίπλα μου κι ήταν σωστό
οι πλάτες μας κολλητά στο τοίχο, τα μάτια παγιδευμένα
τρέξαμε, η περηφάνεια πια δε βοηθούσε
ξεχύθηκε το σκοτάδι μας στο άρωμα των λουλουδιών.

***
 
Ας τρέξουμε.

Έβλεπα το κομάτι του προσώπου σου που ήταν λευκό σαν επιφάνεια
μικρό ιερό φάντασμα με μια δόση κραγιόν κι ένα αιώνιο σπίτι
σημείωσες πάνω στο μπράτσο σου μια λέξη κι ένα φανάρι που έφευγαν
η απληστία γέμισε το φεγγάρι με βάθος
η αιχμαλωσία μας απορρόφησε.

Ένας ατέλειωτος ήλιος που δύει
αρχίσαμε το τρέξιμο ανάμεσα σε τοίχους και μπουλντόζες που έλαμπαν
τα χείλη μας μουδιασμένα από τη γεύση του πορτοκαλιού και της πτώσης
η αλήθεια έσμιξε με τις λέξεις, ευωδίασαν οι κακοτυχίες μας
οι σκηνές και οι εικόνες είχαν αλλάξει, προσπεράσαμε τη βαβούρα του ορίζοντα
στα μαλλιά μας η δυσπιστία φούντωνε, μιλήσαμε άσχημα
μίλησαν και τα χέρια μας, προσκυνητές από τα μέρη της ζωής μας.

Χλιαρά. Οι νεκροί επιστρέφουν στο θέαμα. Καμμία απειλή
απλά η φαντασία τις νύχτες ζωγραφίζει, καίγεται φωνάζει
ας κάνουμε γρήγορα, αυτή η γειτονειά έχει μετάξι
έχει έναν πνεύμονα, δυστηχισμένα μωρά, την ελευθερία που παραπαίει.

Τα μάτια μας χωρίς ίριδα αφήνονται να λικνίσουν ένα σμήνος από τριαντάφυλλα
ξεφωνίζουν άδειοι οι λάκοι τα μέσα τους, το αίμα μας πιτσιλάει
τώρα μπορεί και να ʽχουμε στεγνώσει αφού η γεύση χάνεται
έρχεται η δύναμή μας σκληρή μες απʼ το στόμα μας σα σφαίρα
ο καπνός που σηκώνεται είναι ό,τι λατρεύω
κι αυτό το χιόνι, αυτή την ώρα, ολόκληρο και πανέμορφο
είναι υπόσχεση που συμπληρώνεται στα φτερά της ψυχής μας.

Είπες, το ψέμα μας αναζητά σαν άνθρωπος. Τώρα η μανία καταπραύνεται.
Ας φύγουμε νύχτα μαζί με τους εργάτες, ο πόνος λαχταρά να μας βρει
όλα συγκεντρώνονται
ζωηρά κουτάβια μυστηριώδεις πλωτήρες άγνωστα άπειρα κι αιώνια μας αγνοούν
γύρω αιμορραγία.
Ας τρέξουμε.

***

©Λουκάς Λιάκος
Φωτο©Στράτος Φουντούλης, «Λέρος». Αύγουστος, 2007

Advertisements