Μαρία Πετρίτση, Το τελευταίο κάστανο

by SF

είμαι το κορίτσι με τα κάστανα. Όχι με τα σπίρτα, με τα κάστανα. Κρατάω ένα χάρτινο χωνί στο χέρι και προχωρώ άσκοπα σε μια κεντρική λεωφόρο του Μανχάταν σέρνοντας τις δερμάτινες μπότες μου με τα τριμμένα τακούνια στα πεζοδρόμια. Κάνει κρύο. Κλωτσάω τις φτυμένες τσίχλες και τις διαλυμένες γόπες Κάμελ να φύγουν από το διάβα μου και καλπάζω ανάμεσα στο πλήθος. Μου αρέσουν οι βιτρίνες με τα χριστουγεννιάτικα ρούχα και όλα εκείνα τα ηλίθια αξεσουάρ της εορταστικής θαλπωρής των άλλων.

Χαζεύω τις πλαστικές κούκλες με τις φουντωτές περούκες και τις στυλιζαρισμένες πόζες που αναδεικνύουν την τελειότητα των ρούχων που φορούν. Πάνω σε άνθρωπο δεν δείχνουν ποτέ έτσι. Καθρεφτίζομαι στις βιτρίνες και χαμογελώ στον εαυτό μου. Νιώθω απαλά, όμορφα, σαν φρεσκοψημένο κέικ με σταφίδες που μόλις βγήκε από το φούρνο και αχνίζει πάνω στο μάρμαρο λίγο πριν έρθει η μαμά με τη μαχαίρα και το τεμαχίσει για να το φάνε τα παιδιά. Ανοίγω με τα νύχια ένα κάστανο, πετάω τα τσόφλια στο σκουπιδοτενεκέ και καταβροχθίζω τη ζεστή αρωματική σάρκα. Αν δεν βρω κάδο περιμένω. Σιχαίνομαι όσους λερώνουν τους δρόμους και τα βήματα των ξένων με τα σκουπίδια τους. Χθες τη νύχτα αποφάσισα πως δεν θα ξανακοιμηθώ ποτέ. Ο ύπνος είναι χαμένος χρόνος, κι εγώ δεν έχω χρόνο για χάσιμο. Ακόμα κι αν έχω, δηλαδή, δεν το ξέρω εκ των προτέρων, οπότε καλύτερα να μην παίζω με τη φωτιά. Φέρνω το δεξί χέρι στη μύτη και ρουφάω δυνατά. Η μυρωδιά από τα κάστανα με παραλύει. Εκπνέω με φόρα και μυρίζω τον αέρα που βγαίνει στο λαρύγγι μου μέσα από τον οισοφάγο. Έπειτα ανοίγω πλατιά τα ρουθούνια και απελευθερώνω την αναπνοή. Η καστανίλα επιδρά πάνω μου καταπραϋντικά. Με γλυκαίνει. Παρατηρώ τους περαστικούς που βιάζονται να φτάσουν κάπου. Αναρωτιέμαι αν μέσα στο μυαλό τους το νόημα των λέξεών τους είναι διαυγές. Αν το θυμούνται. Αν έχουν λέξεις που πρέπει να θυμούνται το νόημά τους ή αν τα κάνουν όλα μηχανικά. Αναρωτιέμαι αν το νόημα των λέξεών τους το καταλαβαίνουν όπως είναι ή όπως θα το προτιμούσαν να είναι σε μια παράλληλη ζωή. Προσωπικά τα πάω καλά με τις λέξεις μου. Ίσως επειδή μου μοιάζουν. Αφήνω τα νοήματά τους να μπαίνουν μέσα μου κατά βούληση και κρατάω μόνο όσα μου ταιριάζουν. Όσα ξέρω πως μαζί τους θα τα πάω καλά. Θα μπορούσε κάποιος να πει πως χρησιμοποιώ τις λέξεις και τα νοήματα όπως με συμφέρει. Ουδέποτε όμως ασχολήθηκα με αυτό που είπε, λέει ή θα έλεγε κανείς. Αυτό που με απασχολεί προς το παρόν δεν είναι οι λέξεις αλλά η έννοια του χρόνου. Πρέπει να βρω έναν τρόπο να μην ξανακοιμηθώ ποτέ. Δεν πρέπει να χάσω ούτε μια στάλα χρόνο. Τα όνειρα δεν αντικαθιστούν πλήρως την πραγματική ζωή παρόλη την πραγματικότητά τους. Ανοίγω ένα μικρό κάστανο κι ετοιμάζομαι να το κατασπαράξω. Καθυστέρησα λίγο και έχει κρυώσει. Το σπάω στα δύο με τα δόντια και κοιτάζω το ψαχνό. Εκνευρίζομαι. Το τελευταίο κάστανο είναι σάπιο και στην άκρη του ορίζοντα η νύχτα έχει ήδη αρχίσει να απλώνεται σαν σκιά πάνω από το παγερό Μανχάταν.

*
©Μαρία Πετρίτση
Φωτογραφική σύνθεση © Στράτος Φουντούλης σε φωτογραφίες 19ου αιώνα
Advertisements