Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Ο Ζωγράφος της οδού Καρλ Γιόχαν

by SF


Αυθαιρεσία σε πίνακα του Munch

Στο Όσλο συμβαίνουν θαύματα. Αργά τις νύχτες, στη λεωφόρο Καρλ Γιόχαν που ήταν πάντα ένας δρόμος αστικός και κοσμικός οι νεκροί Νορβηγοί επαναλαμβάνουν τις απογευματινές συνήθειές τους. Πάει να πει πως συνοστίζονται στις πλατιές πεζοδρομήσεις, επιδεικνύοντας ένα ενδιαφέρον ζωηρό για τις βιτρίνες και τα νορβηγικά καταστήματα. Στέκουν νεκροί, μες στη λήθη τους, παρατηρούν τους μετανάστες, τους αργυραμοιβούς, τους εργάτες της πυλοποιίας και άλλους που ως αργά μένουν μες στα μαγαζιά και δεν μιλούν, μήτε ποτέ θα μπορέσουν να υποψιασθούν πως οι νεκροί, αστοί Νορβηγοί τις νύχτες κατακτούν και πάλι την πόλη τους.
Πως έχουν περάσει πια οι εποχές του χρώματος και του ονείρου δεν φαντάζονται. Και έτσι ζουν ανάμεσα στις σκιές και τους αδρούς ήλιους, ανάμεσα στ΄αστικά φαντάσματα και τα επιγραφοποιεία. Οι νεκροί Νορβηγοί, άνδρες και γυναίκες της εποχής του Μυνχ και ίσως παλαιότεροι ακόμα, φορούν κατάμαυρες κάπες, τα υψηλά των ευγενών. Περπατούν με τις γυναίκες τους, οι κορδέλες ανεμίζουν πάνω στα γείσα, αποκαλύπτονται ονόματα θρυλικών, ψαράδικων πλοίων και άλλων που ανήκουν στους στόλους του παρελθόντος.
  Λοιπόν, εκείνοι οι νεκροί Νορβηγοί στέκουν στο τέλος της οδού Καρλ Γιόχαν. Στέκουν και δεν μιλούν, μόνο κοιτούν με τα λευκά, πανσέληνα μάτια τους ίσια ευθεία στις καρδιές. Και δεν μιλούν, με σφραγισμένα στόματα και όλο χώματα στα βλέφαρά τους δεν μιλούν, συντριμένοι με τα παιδιά τους μερικοί. Θα φθάσουν κάποτε στο ακραίο σημείο του πλαισίου, φανερώνοντας μια τραγική κατατομή. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει, δίχως αμφιβολία πως οι νεκροί Νορβηγοί των θαυμάσιων νυχτών, ανήκουν στη μεγάλη εποχή της σιωπής, σηματοδοτώντας μια πόζα καλλιτεχνική, στο ύψος του εξπρεσιονισμού. Ίσως ακόμη συγκρατούν μονάχα τα ανυποψίαστα περιεχόμενα.
  Τα σπίτια σ΄όλο το μήκος της οδού Καρλ Γιόχαν ανοίγουν τα βραδινά τους μάτια, κοιτούν προς το δρόμο που είναι πια αλλιώτικος, διόλου αγροτικός. Είναι γεωμετρικές κατασκευές ετούτα τα σπίτια, κρατούν τα ποικίλα επίπεδά τους στο χείλος της οδού Καρλ Γιόχαν. Κάποτε ανήκαν στους νεκρούς Νορβηγούς, με τα οστεώδη πρόσωπα μάσκες, κοντά, πολύ κοντά στην αισθητική μιας πεπαλαιωμένηες πινακοθήκης. Προτού ξημερώσει ο αιώνια εφηβικός, νορβηγικός ήλιος, οι Νορβηγοί ευγενείς, οι γυναίκες και τ΄άλλα, τα πιο θολά και αδιάκριτα λάδια θα αποσυρθούν προς το κοιμητήριο του Όσλο. Ανάμεσα στις λίμνες κοιμούνται οι πεθαμένοι, κάτω από ψηλούς σταυρούς και ομοιώματα του αρχαιοελληνικού, νεανικού θεού Ύπνου. Αυτά τα σπάταλα διακοσμημένα μαρμαρόγλυπτα είναι τ΄άσπρα, τα ωραία σπίτια των πεθαμένων. Σ΄ένα μνημείο, μάλλον αριστοκρατικότερο του συνηθισμένου μπορεί κανείς να δει μια έξοχη μίμηση του μαρτυρίου του Αγίου Μαυρικίου. Αλλού επαναλαμβάνονται τα δράματα της πόλεως Τολέδο, όπως ας πούμε η ταφή του κόμητος Οργκάθ και άλλα. Οι ευεργεσίες και οι καταγωγές απόψε εκπληρώνονται.
  Εκεί θα ησυχάσουν οι νεκροί, πετώντας τα καπέλα τους στου ανέμους. Αυτά τα τελευταία θα φέρει ο καιρός πολύ αργότερα μες στα νερά. Τα ήσυχα ποτάμια που κυκλώνουν την πόλη του Όσλο πλέουν γεμάτα από τις κορδέλες και τους παναμάδες και τα υψηλά μιας ολότελα λησμονημένης τάξεως. Είναι πανικός οι νεκροί του Όσλο, είναι τα πρόσωπα μετά την κραυγή, είναι πρόσωπα με σκοτωμένη και ασάλευτη την άλλοτε προτεταμένη φλέβα του μετώπου. Οι νεκροί του Όσλο κρατιούνται στους καμβάδες σαν χαμένα χρώματα, τεμαχισμένοι και μόνοι θα επιστρέψουν λοιπόν κάποτε στα Λίβυθρα μ΄ολη τους τη λύπη και τη σιωπή. Οι νεκροί Νορβηγοί, σύμβολα της τάξης και της εποχής τους, περίλυποι απομένουν, με φωνή παλιά και υλική εμπρός στα τετράγωνα σπίτια, οι Νορβηγοί, δίχως τα στόματα πια, δίχως τα χέρια τους, άνθρωποι από κιμωλία, γραμμένοι εδώ και χρόνια.
  Κάποιος μακραίνει γυρτός, πλησιάζοντας το χώμα. Είναι ένα βλέμμα σε απόσταση από τους ανθρώπους και τους συχνωτισμούς. Γερασμένος και μυστηριώδης εκείνος ο άνδρας, ένας παλιός αναρχικός της τέχνης και της πόλεως. Ένας ποιητής, πάντοτε πέρα και έξω από κάθε μονομέρεια και κάθε θάνατο και απ΄όλα τα πλήθη. Ετούτοι οι νεκροί Νορβηγοί θα μπορούσαν να αποτελούν τη μυθολογία των αποκρεών ή ένα μύθο, δίχως πια την υγεία του.
  Κάποιος μακραίνει γυρτός.
  Βαδίζει μόνος στην οδό Καρλ Γιόχαν και ήσυχα απομακρύνεται. Καταυγάζει, δίχως παραφορά, σαν τέχνη. Έχει διδάξει μ΄επάρκεια την τεχνική της κραυγής που θα μας απασχολήσει.Δεν είναι καθόλου απόμακρος, διόλου νεκρός. Είναι ζωγραφιά αυστηρή και απλή. Μορφή του μέλλοντος, ανεπανάληπτη. Άνθρωπος των συνόρων με μια καταγωγή που μόλις στις μέρες μας τείνει να επιβεβαιωθεί πια ως είδος. Ο αδιόρατος άνθρωπος όλο κατευθύνεται.
*

©Απόστολος Θηβαίος
Εικονογράφηση: Edvard Munch, «Ανοιξιάτικη μέρα, στην οδό Karl Johan», 1892

Όλες οι «Ανταποκρίσεις του Απόστολου Θηβαίου»

Advertisements