Γιάννης Γκέκας, Τριτογενές εκτόπλασμα

by SF

«Δε θ’ ανάψεις τα φωτάκια στο δέντρο;» ρώτησε η Αννούλα τη μητέρα της.
Η Κατερίνα δεν απάντησε, μόνο την κοίταξε και ξαναγύρισε στο πλαστικό χριστουγεννιάτικο δέντρο αναστενάζοντας.
Καθώς ο αναστεναγμός της φτερούγισε προς τον απέναντι τοίχο, η Κατερίνα άρχισε να θυμάται τα δικά της ευτυχισμένα παιδικά χρόνια. Πήγαινε ο πατέρας της στο βουνό για κυνήγι κι επέστρεφε με μπεκάτσες και έναν μικρό κέδρο υπό μάλης. Τον στόλιζαν την προπαραμονή των Χριστουγέννων και τον ξεστόλιζαν την επόμενη του Άη Γιάννη. Δεν μπορούσαν να τον κρατήσουν παραπάνω γιατί ξεραινόταν και γέμιζε το σαλόνι βελόνες. Μετά δεν τον πετούσαν στα σκουπίδια αλλά τον έκοβαν για καυσόξυλα κι ευωδίαζε το σπίτι καθώς καίγονταν στην ξυλόσομπα.
Τα χρόνια πέρασαν, ο πατέρας πέθανε και έτσι οι μπεκάτσες αποδημούσαν χωρίς να κινδυνεύουν, οι κέδροι μεγάλωναν, η Κατερίνα παντρεύτηκε και μετακόμισε στην Αθήνα, ήρθε η Αννούλα και το πραγματικό δέντρο αντικαταστάθηκε από ένα πλαστικό.
Μέχρι και πέρυσι στόλιζε το σπίτι και όντως καταλάβαινες ότι πλησίαζαν Χριστούγεννα. Το σαλόνι μύριζε μελομακάρονα, κουραμπιέδες και βασιλόπιτα, φωτάκια αναβόσβηναν στο μπαλκόνι, στολίδια και γιρλάντες πάνω στα τραπέζια και τις κουρτίνες, γκυ πάνω από την εξώπορτα και κουτιά με δώρα κάτω από το περίλαμπρο χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Μέχρι που έγινε Αυτό.
Μέσα Ιουνίου πρέπει να ήταν, σιδέρωνε με ανοιχτή την τηλεόραση, όταν διέκοψαν το μεσημεριανό κουτσομπολίστικο για να μεταδώσουν έκτακτο δελτίο. Τα πρώτα κρούσματα, ανησυχία, αργότερα επεκτάθηκε το κακό, μετά η τηλεόραση σίγασε, όπως η ζωή τους.
Φόβος.
Έτρεχαν αντί να περπατάνε, την Αννούλα δεν την έστειλαν στο σχολείο, η Κατερίνα έβγαινε έξω προσέχοντας μην τη δει κανείς από αυτούς, έμπαινε στα ξεκλείδωτα σπίτια κι άρπαζε ό,τι έβρισκε και ο σύζυγός της, ο Πάνος επέστρεφε σπίτι με φαγώσιμα: Ήταν από τους πρώτους που χώθηκαν στο πάρκο και έσφαξαν τις πάπιες. Όταν εξαφανίστηκαν τα σκυλιά απ’ τους δρόμους, αναγκάστηκε να σφάξει τον Ριρίκο. Στη μικρή είπαν ότι πήγε ταξίδι και ότι θα επέστρεφε μετά από καιρό.
Η Αννούλα ζωγράφισε τον γάτο της με φωτοστέφανο.
Το βράδυ που έτρωγαν το Ριρίκο γιαχνί και είπε στους γονείς της: «Το κουνέλι είναι πεντανόστιμο».
Η Κατερίνα σκέφτηκε, κάποτε ξεπουπούλιαζα μπεκάτσες, τώρα έγδαρα τον γάτο της κόρης μου, κι έτρεξε στο σκοτεινό μπάνιο να ξεράσει.
Σύντομα θα γιόρταζαν τα πρώτα Χριστούγεννα μετά απ’ Αυτό.
Τα παράθυρά τους μονίμως κλειστά, αυτοκίνητα δεν περνούσαν, τα καλοριφέρ κλειστά, κιχ δεν ακουγόταν, μόνο κάποια μακρινά ουρλιαχτά. Δε μπορούσαν να στολίσουν το μπαλκόνι, θα τους έβλεπαν. Δε μπορούσαν να ψωνίσουν, θα τους έβλεπαν. Τα γειτονικά μικρομάγαζα κλειστά και λεηλατημένα. Αν έκαναν βόλτα, θα τους έβλεπαν. Δε θα πήγαιναν να δουν το καράβι στην πλατεία, είχαν μήνες να περάσουν από εκεί, ίσως και να μην υπήρχε φέτος καράβι.
Η Αννούλα, συνειδητοποιεί ότι η μητέρα της δε θα απαντήσει στην ερώτησή της για τα φωτάκια και πεισμώνει. Χτυπά το δεξί της πόδι πάνω στο γυμνό πάτωμα κλαίγοντας. Η μάνα της την αρπάζει απ’ τα μαλλιά, της αστράφτει ένα χαστούκι, της κλείνει το στόμα με τη χούφτα της ψιθυρίζοντας «σ’ αγαπώ μωρό μου, αλλά σκάσε γαμώ το κέρατό μου».
Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο Πάνος. «Με τραυμάτισαν, Κατερίνα, δεν έχουμε χρόνο».
Εκείνη αφήνει τη μικρή, σηκώνει τη μπλούζα του, βλέπει ότι η πληγή είναι πιο κάτω από τον αγκώνα, σε λίγα λεπτά θα έχει μολυνθεί, θα κακοφορμίσει, φάρμακα δεν υπάρχουν, γιατροί δεν υπάρχουν, «αν στο έκοβα» τραυλίζει, παίρνει απ’ την κουζίνα τον μπαλτά, κοιτάζει τον άνθρωπό της βουρκωμένη, πρέπει να το κάνει, δεν πρέπει να σκεφτεί, αν δεν το κάνει θα πεθάνει, ίσως καλύτερα να πεθάνει, τι να την κάνει τέτοια ζωή, αλλά δεν μπορεί χωρίς αυτόν, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, αλλά μάλλον όλες έχουν αποδημήσει, αποδημητικές οι ελπίδες, τις μπεκάτσες μην ξεχνάς. Σηκώνει τον μπαλτά.
Η Αννούλα βλέπει τη μάνα της να κλαίει και τον πατέρα της να σφαδάζει. Παίρνει το κομμένο χέρι, το τυλίγει στο σεντόνι, το βάζει κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, μέσα στη Φάτνη.
©Γιάννης Γκέκας
φωτο©Στράτος Φουντούλης, «Afiche d’ Ancona, 2011»
Advertisements