Ασημίνα Λαμπράκου, Ησιόνη – μια γυναίκα

by SF

Με το αριστερό της χέρι προσπαθούσε να πάρει λίγο ζεστό ζωμό από τη κατσαρόλα, αποφεύγοντας επιμελώς τους κόκκους του ρυζιού και με το δεξί συνέχιζε να χτυπά το αυγολέμονο στο βαθύ πιάτο.

Σουσού.
Έτσι τη φώναζε η θεία Αργυρώ που δεν ήταν θεία της παρά μια φίλη της μάνας της αλλά έμαθε να τη φωνάζει θεία γιατί πως αλλιώς αφού τότε στα χωριά θειά λέγανε τα μικρά τις μεγάλες γυναίκες.. τις μικρές τις λέγανε με τ’ όνομά τους.

Σουσού τη φώναζε κι η μάνα της σαν ήθελε να καλοπιάσει τη διάθεσή της.
Και το κατάφερνε. Ίσως δεν ήταν μόνο το χαϊδευτικό, αλλά και το χάδι του χεριού της κι η φωνή της. Μπορεί και το βλέμμα που συνόδευε τον λόγο.
Μια γλύκα που ξεπήδαγε και απλωνόταν πάνω της δίχως να ζητά τίποτα παρά μόνο να δώσει. Αυτό την ξεθάρρευε. Ένοιωθε ασφαλής και συνένοχη στο παιχνίδι. Της άρεσε όχι μόνο γιατί την γλύκαινε αλλά και γιατί καταλάβαινε τους όρους.
Έριξε με προσοχή το ζεστό ζωμό στάλα – στάλα στο πιάτο με το αυγολέμονο χωρίς να σταματά να το χτυπά με το δεξί χέρι. Κατόπιν αναποδογύρισε το πιάτο στη κατσαρόλα. Ανακάτεψε ήσυχα με μια ξύλινη κουτάλα και πέρασε το σκεύος σε άλλο μάτι της κουζίνας. Έπιασε το τσαγερό και το τοποθέτησε στο ζεστό μέρος να πάρει τη κάψα, μη χαλάσει το υλικό.
Σουσού τη φώναζε κι ο πατέρας της.
Το δικό του βλέμμα όμως έκρυβε μια προσμονή που την ανησυχούσε. Σα να αποζητούσε από κείνη να γεμίσει κάτι που ούτε το ’βλεπε κι ούτε, περισσότερο, ήξερε το με τι και πώς να το γεμίσει. Τότε γαντζωνόταν στη γκρίνια της κι έφευγε. Όχι δηλαδή πως απομακρυνόταν από την οικία. Που τέτοια πράγματα τότε; Κι ούτε καν στο άλλο δωμάτιο. Όλο το σπίτι, ένα. Έτσι ήταν φτιαγμένο από τους μαστόρους. Όλα τα δωμάτια σε κυκλικό διάδρομο δίχως κέντρο ή μάλλον με κέντρο τον μεσαίο τοίχο. Υπήρχαν πόρτες μα πάντα έμεναν ανοικτές.
Έφευγε στον κόσμο της. Γινόταν ένα κουβαράκι όπως η κάμπια άμα την πειράξεις, καμπουριάζει κι αγκαλιάζει το κορμί της. Έτσι κι αυτή. Κι όταν πια συνερχόταν από αυτή τη κατάσταση, ένοιωθε συντριμμένη. Κουρασμένη. Κακόκεφη. Σαν άνθρωπος που δε στάθηκε ικανός να καταλάβει και να αποδώσει το πρέπον ή το ζητούμενο.
Έπλυνε τα χέρια και τα σφούγγισε στην άκρη της ποδιάς της. Έπειτα, άνοιξε τη σιδερώστρα μπροστά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. 19 του μήνα κι εκείνη μόνο τότε βρήκε το χρόνο και τη διάθεση να το στολίσει. Δεν την πείραζε. Και στο πατρικό της εκείνα τα χρόνια έτσι το συνήθιζαν. Κοντά στη γιορτινή μέρα. Πρώτα οι δουλειές του χειμώνα κι έπειτα τα στολίσματα. Κάθε πράμα στο καιρό του…
Με το σιδέρωμα ζεστάθηκε κι έβγαλε το πάνω της φόρμας της. Όρθια μπροστά στη σιδερώστρα, σκυμμένη πάνω στα ρούχα να στρώνει τις ραφές και να τις πατά προσεχτικά με το σίδερο, μην ανοίξουν, μη ξεχειλώσουν και χάσει το ίσιο του το ρούχο, τα στήθη της κουνιόντουσαν πέρα δώθε ακολουθώντας τη κίνηση του κορμού στη προσπάθειά του, ελεύθερα μέσα απ’ το μικρό μακό της.
Δυο παλάμες την ακινητοποίησαν, την πάγωσαν και την ερέθισαν. Ο άντρας της. Τσιτώθηκε. Δεν άντεχε το χάδι το απρόοπτο, το δίχως πριν να την ηρεμήσει, να την ησυχάσει, να την ταξιδέψει. Να την ξεχωρίσει από την αγωνία της πορείας των πραγμάτων. Αρνήθηκε. Δεν ανέχτηκε. Αντέδρασε.
Έπειτα, συνέχισε τη δουλειά της. Και τις σκέψεις της.
Σουσού δεν την φωνάζει ο άντρας της. Κι ούτε που θυμάται να του έχει πει τα σχετικά. Κι αυτού το βλέμμα δεν κρύβει προσμονή παρά φανερώνει στα ίσια τι προσδοκά. Ούτε και τούτο τη γλυτώνει από εκείνο το συναίσθημα του πνιγμού σαν καλείσαι να σηκώσεις κάτι που δεν ξέρεις τι είναι κι ούτε από που να το πιάσεις, πώς να το χειριστείς, να το κουμαντάρεις και να το τελειώσεις. Γιατί, τι στο καλό εννοεί ο καθένας, τι νόημα δίνει στην έννοια χαρά; Που να ξέρεις και με ποια υλικά να παραγεμίσεις τις στιγμές και το σύνολο για να προσφέρεις χαρά. Κι ούτε να σου περάσει απ’ το μυαλό πως επειδή είναι μέρες γιορτινές και μ’ αυτό τον τρόπο γιορτινές, γιατί, παραδέξου το, κι οι γιορτές έχουν το δικό τους ύφος και περιεχόμενο η καθεμιά, κι άλλα έχει ανάγκη η μια κι άλλα η άλλη, είναι πιο εύκολο να τις γεμίσεις με χαρά. Ποια τα υλικά και ποιες οι δόσεις; Και τ’ ανακάτεμα; Κι αυτό θέλει μαεστρία.
Από παιδί νοιώθει να μπερδεύεται και να προκύπτει ανίκανη σε τούτα τα μαγικά. Να περνά στο προσκήνιο και σαν ταχυδακτυλουργός και ικανός ιερουργός, να στήνει τα κατάλληλα σκηνικά με νοήματα που δεν αποδίδονται αλλά ζητείται εσύ να αντιληφθείς το περιεχόμενό που οι άλλοι τους δίνουν. Μπλοκάρει στους πρώτους ρόλους. Απομονώνεται.
Χριστούγεννα. Πλησιάζουν δηλαδή.
Θυμήθηκε μια αφιέρωση που είχε γράψει σε μια φίλη της πριν χρόνια: ζήσε τις μικρές σου στιγμές για να μην έχει η ευτυχία σου ανάγκη τις μεγάλες…
Έριξε μια ματιά στο δεντράκι που είχε στολίσει αξημέρωτα. Χάιδεψε με το βλέμμα της τα στολίδια και χαμογέλασε. Μάζεψε τα σιδερωμένα ρούχα και την σιδερώστρα. Έβαλε το σίδερο όρθιο να κρυώνει. Μπήκε στην κουζίνα. Πήρε μια βαθειά ανάσα κι οσμίστηκε το φαγητό που κρύωνε μέσα στην κατσαρόλα. Χαμογέλασε. Είχε για πρώτη φορά στη ζωή της φτιάξει γιουβαρελάκια!
Έβγαλε την ποδιά. Πέρασε τα χέρια της στα μαλλιά της να τα σιάξει λίγο κι έπειτα το δάχτυλο στη σχισμή του στήθους της. Η κολόνια της δεν ήταν φρέσκια αλλά κρατούσε καλά ακόμα. Άνοιξε την πόρτα του σαλονιού. Χαμογέλασε…
*
©Ασημίνα Λαμπράκου -Δεκέμβρης, 2010
Φωτο©Στράτος Φουντούλης, «Γυναίκα, Επίδαυρος 2008»
Advertisements