Δημήτρης Χαντζόπουλος, Στο Τούνελ, σκίτσα 2010-2013

by SF

Εκδόσεις Άγρα
Οι πολιτικές γελοιογραφίες του Δημήτρη Χαντζόπουλου, δημοσιευμένες στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ από το 2010 έως το 2013.
Είναι ένας αμείλικτος – και χωρίς κανένα καθωσπρεπισμό – σχολιασμός της πολιτικής πραγματικότητας της εποχής της κρίσης, με το εξαίρετο και πολυσύνθετο σκίτσο ενός από τους σπουδαιότερους γελοιογράφους της Ελλάδας.
Ομιλία του Α. Πετρουλάκη από την παρουσίαση του βιβλίου(10/12/13, Βιβ/λείο IANOS)
Η γελοιογραφία είναι το πιο ανυπεράσπιστο είδος της δημοσιογραφίας. Γεννιέται εξ αρχής απογαλακτισμένη από τον δημιουργό της και υποχρεωτικά ενήλικη, προορισμένη να διαχειριστεί μόνη την τύχη της, με ό,τι εφόδια ήδη της έχουν δοθεί. Ο γελοιογράφος ποτέ δεν μπορεί να επανέλθει για να τη στηρίξει όπως έχει τη δυνατότητα να κάνει κάθε άλλος στον δημόσιο λόγο. Δεν μπορεί να πει «εννοούσα αυτό», «δεν είχα αυτήν την πρόθεση», «παρερμηνεύτηκε» κ.λπ.- πολύ περισσότερο δεν μπορεί να πει «είναι αστείο, δεν το βλέπεις;». Για αυτό οι δημιουργοί προσπαθούν να τη θωρακίσουν με όσο περισσότερη σαφήνεια επιτρέπει η σχολή και η αισθητική του καθενός, έτσι που η ιδέα να είναι εύληπτη κατά το δυνατόν, χωρίς περιττές συγχύσεις και αινίγματα, εκτός αν είναι στις προθέσεις τους.
Γιατί το μεγάλο στοίχημα της γελοιογραφίας είναι να κερδίσει την πρώτη ανάγνωση, που συχνά είναι και η τελευταία, και να προλάβει στον λίγο χρόνο της να εξασφαλίσει την πιρουέτα του μυαλού του αναγνώστη, δηλαδή την έκπληξη, το γέλιο, το σάστισμα, το ξέφωτο στη σκέψη του. Σαν πρωινός αγώνας ταχύτητας της ματιάς, ένα είδος χάρτινου κεραυνοβόλου έρωτα που μισεί τις παρανοήσεις. Εκείνη τη στιγμή είναι που θέλει ο γελοιογράφος να παγιδεύσει, μετά ο χρόνος έρχεται με το μέρος του γιατί ο αναγνώστης πια καθηλώθηκε και τώρα είναι εκείνος που δεν θέλει να του ξεφύγει καμιά από τις λεπτομέρειες που συχνά απογειώνουν την καλή ιδέα.
Ο Δημήτρης Χαντζόπουλος ενδιαφέρεται για αυτό λιγότερο, ίσως και από όλους τους συναδέλφους του. Είναι ο πιο φιλελεύθερος γονιός των σκίτσων του, τα εμπιστεύεται να φύγουν από κοντά του και να περιπλανηθούν χωρίς καμιά περιττή αποσκευή, με ελάχιστες επενδύσεις και επεξηγήσεις, γεννημένα εξ αρχής για δύσκολους προορισμούς, για δύσβατα μονοπάτια σκέψης, δηλαδή για απαιτητικούς αναγνώστες. Πολλές φορές το σκίτσο του Χαντζόπουλου δεν απευθύνεται μόνο στον ευφυή και πληροφορημένο για την επικαιρότητα αναγνώστη αλλά και στον μορφωμένο, που γνωρίζει λογοτεχνία, θέατρο, σινεμά, εικαστική τέχνη, μουσική. Δεν συμβαίνει πάντα, δεν είναι εστέτ δημιουργός, αλλά δίνει την εντύπωση ότι κάποιες φορές δεν μπορεί να αντισταθεί σε μια εμπνευσμένη αναγωγή που θα κάνει και κάποιους από τους φίλους της δουλειάς του να αναρωτηθούν τι λείπει από το δικό τους παζλ. Δεν είστε μόνο εσείς απαιτητικοί αναγνώστες, τους λέει, είμαι και εγώ απαιτητικός γελοιογράφος. Τις φορές εκείνες δεν ενδιαφέρεται για την κεραυνοβόλο πρώτη ματιά, θέλει να γλεντήσει το φλερτ.
Η γελοιογραφία ξεκινά το πρωινό της ταξίδι με προορισμό να σερφάρει σαν ιστιοσανίδα στο κύμα, στον αφρό της μέρας. Η επικαιρότητα είναι η ευχή και η κατάρα της. Όμως ο υπόγειος εαυτός του δημιουργού τη θέλει και τρικάταρτο που δεν θα βουλιάξει το βράδυ, θα μείνει στην επιφάνεια, θα απομακρυνθεί στα ανοιχτά και θα αρμενίσει στο πέλαγος του χρόνου. Εκεί η δουλειά μας συγγενεύει με την Τέχνη. Αυτός ο υπόγειος εαυτός του Δημήτρη Χαντζόπουλου φαίνεται να τον βασανίζει περισσότερο από άλλους. Κυρίως στη δεύτερη περίοδό του.
Γιατί, για να κάνουμε εδώ μια παρένθεση, ο Χαντζόπουλος κατέχει μία μοναδικότητα στη ελληνική γελοιογραφία. Τη στιγμή που όλοι οι υπόλοιποι συνάδελφοί του διανύουν μια λίγο πολύ ευθύγραμμη διαδρομή εξέλιξης και ωρίμανσης της δουλειάς τους, την οποία εμπλούτισαν βέβαια με νέα στοιχεία στην πορεία, που ενίσχυαν όμως την ταυτότητα και την αναγνωρισιμότητα του καθενός τους, ο Δημήτρης Χαντζόπουλος έχει δύο εποχές. Ο πρώτος κύκλος ολοκληρώθηκε στην κορυφή της ελληνικής γελοιογραφίας, και εκεί ο Δημήτρης τον εγκατέλειψε. Ήταν ένας κύκλος πιο χειροποίητος σχεδιαστικά, το πλάνο του ήταν πιο κοντινό και χωρίς φόντο, εστίαζε στα πρόσωπα και στην ακινησία τον σωμάτων, που τα κάρφωνε γερά στο έδαφος με υπερμεγέθη πέλματα σαν να μαγνήτιζαν τη στιγμή. Δηλαδή την επικαιρότητα.
Αν δεν διατηρούσε την ίδια χειρόγραφη γραμματοσειρά, την πιο φροντισμένη στο ελληνικό σκίτσο, ο βιαστικός αναγνώστης θα δυσκολευόταν να ταυτίσει την παλιά του δουλειά με τον Χαντζόπουλο της δεύτερης εποχής. Το πλάνο του μεγάλωσε και γέμισε, κάνει πολύ μεγαλύτερη χρήση συμβόλων και σκηνικών, τα σώματα σηκώθηκαν και απομακρύνθηκαν, έγιναν σκιές και απέκτησαν υπαινικτική κίνηση, σκιές με εκπληκτική σχεδιαστική ακρίβεια έγιναν και τα αντικείμενα, χρησιμοποιεί τώρα πολύ περισσότερο το κομπιούτερ και χρώμα. Στυλιστικά μπήκε στη νέα εποχή πρώτος από τη γενιά του.
Νομίζω είναι αυτός ο υπόγειος γελοιογραφικός εαυτός του Χαντζόπουλου που σας έλεγα, που αφού απέδειξε τι μπορεί να κάνει στην πρώτη του περίοδο, τώρα θέλει να αναμετρηθεί με τον χρόνο. Θέλει να κάνει γελοιογραφία που αντέχει, που είναι κατά το δυνατόν απελευθερωμένη από τα δεσμά της επικαιρότητας. Τα πρόσωπα υποθέτεις ποια είναι, αυτός δεν σε βοηθά, τα διατηρεί στη σκιά γιατί στη νέα του περίοδο σατιρίζει περισσότερο αποπροσωποποιημένες συμπεριφορές ανθρωποτύπων και λιγότερο τον Σαμαρά και τον Τσίπρα. Οι διάλογοι τώρα είναι πιο απλωμένοι, με μικρότερη πυκνότητα από πριν και μεγαλύτερους εσωτερικούς χρόνους, λιγότερο γελοιογραφικοί, έτσι που να μπορούσαν να σταθούν και εκτός σκίτσου. Για αυτό τους έχει απελευθερώσει από τη φούσκα- όσο ασαφής έχει γίνει τώρα η ταυτότητα των πρωταγωνιστών άλλο τόσο η σειρά που μιλούν. Το καθημερινό του εγχείρημα τώρα γίνεται νομίζω δυσκολότερο, κάποιες φορές περπατά σε τεντωμένο σκοινί, τις περισσότερες το αποτέλεσμα έχει μεγαλύτερο πλούτο και πυκνότητα από πριν. Και συχνότερα τώρα κερδίζει τη μάχη του χρόνου και κάνει γελοιογραφίες που θα μπορούσαν να γίνουν πίνακες ποπ αρτ.
Το βιβλίο του δεν είναι ούτε σκίτσα σαν χίλιες λέξεις, ούτε το καυστικό πενάκι και η διεισδυτική ματιά του γελοιογράφου, ούτε κανένα άλλο από τα παρόμοια γενικόλογα κλισέ που τα ακούμε εμείς οι γελοιογράφοι και σκεφτόμαστε «δεν κατάλαβες τίποτα». Γιατί γελοιογράφος δεν είναι ιδιότητα, είναι υπογραφή.
Το βιβλίο είναι Χαντζόπουλος. Δηλαδή ένας παράλληλος κόσμος που αντανακλά τον πραγματικό με τρόπο που κανείς άλλος δεν θα το κάνει. Τα σκίτσα που το απαρτίζουν θα μπορούσε να είναι και άλλα- ο Δημήτρης σε αυτό το διάστημα έκανε πέντε φορές τόσα. Ο ερανισμός είναι μια πολύ δύσκολη στιγμή για τον κάθε γελοιογράφο. Διαλέγεις σκίτσα που έχουν ήδη φύγει από σένα και τώρα τα ξαναβλέπεις μετά την περιπλάνησή τους. Είναι ένας πειρασμός να περιλάβεις στο λεύκωμα περισσότερο αυτά που αγάπησαν άλλοι από αυτά που αγάπησες εσύ. Νομίζω ο Δημήτρης το έκανε αλλά είναι και αναπόφευκτο- δεν τα φτιάχνουμε για τον εαυτό μας. Επίσης νομίζω ότι επεκράτησε στη μάχη της επιλογής η δεύτερη περίοδός του, μια που στο διάστημα της τριετίας είναι που πραγματοποιήθηκε η στροφή του. Και αυτό ήταν αναμενόμενο αφού ένα βιβλίο θέλει να νικήσει τον χρόνο περισσότερο από ένα τετράστηλο.
Κοινό στις δύο περιόδους είναι το βιτριολικό, ενήλικο, σουρεαλιστικό χιούμορ του, λιγότερο αθώο και υπαινικτικό από άλλων συναδέλφων του. Γιατί έχει και αυτό το χαρακτηριστικό- δεν λειτουργεί σε περιβάλλον αθωότητας όπως συχνά κάνει η σάτιρα για να υπνωτίσει τον αποδέκτη της και να τον αιφνιδιάσει απροετοίμαστο. Ο Χαντζόπουλος είναι πιο σκληρός, είναι πιο ροκ, με εξ αρχής απαραίτητη τη γονική συναίνεση. Αλλά κανενός άλλου. Ούτε των τρεχόντων ρευμάτων και πλειοψηφιών, ούτε της λεγόμενης κοινής γνώμης, ούτε πολιτικών, ούτε εχθρών ούτε φίλων. Χωρίς άλλες απαραίτητες συναινέσεις περιφρουρεί τη δημιουργική του μοναχικότητά στο πιο μοναχικό, μετά του φαροφύλακα, επάγγελμα που υπάρχει.
*Πρόκειται για την παρουσίαση που έκανα κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Δ. Χαντζόπουλου «Στο Τούνελ».
Ο Δημήτρης Χαντζόπουλος γεννήθηκε το 1956 στην Πάτρα. Σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και κινούμενα σχέδια στο Emily Carr University of Art +Design στο Βανκούβερ του Καναδά. Εργάζεται ως σκιτσογράφος στην εφημερίδα Τα Νέα.
Στις Εκδόσεις Άγρα κυκλοφορούν τα βιβλία του: Αι Αγαπώσαι (1991), Άχ, και να ‘ξερες τι μου θύμισες(1991) και Εις Άγραν Ρεθύμνου (1999)
Advertisements