Η ετήσια δημοσίευση των φορολογικών στοιχείων των βουλευτών

by SF

Δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις

Του Παντελη Μπουκαλα

Η ετήσια δημοσίευση των φορολογικών στοιχείων των βουλευτών, που θεωρητικά ανταποκρίθηκε στη λαϊκή απαίτηση για διαφάνεια και σχετική έστω αντιμετώπιση της θριαμβεύουσας διαπλοκής και διαφθοράς, συγκαταλέγεται στα νεότερα έθιμά μας. Πρόλαβε ωστόσο να φθαρεί, όπως συμβαίνει με όλα τα κατά τόπους «αναβιούμενα» ή αναπαλαιούμενα έθιμα, που τα πνίγει το φολκλορικό φαίνεσθαι και τα ξεραίνει η εκμεταλλευτική πρόθεση· εφόσον δεν τα υποστηρίζει η συλλογική μνήμη ούτε ένα γνήσιο, αυθόρμητο λαϊκό αίσθημα, γρήγορα ξεφτίζουν σε εγχειρήματα τουριστικής θήρας που χρησιμοποιούν σαν δέλεαρ το κέλυφος των παλιών εορτών και πανηγύρεων· για να καταντήσει έτσι παρωδία η παράδοση, στο εξιδανικευμένο όνομα της οποίας γίνονται όλα αυτά.
Με το «πόθεν έσχες» και την εθιμική δημοσίευσή του, παρωδία κατάντησε μια θεσμοθετημένη υποχρέωση των πολιτικών. Στην περίπτωση αυτή τα πολυπόθητα θηράματα δεν είναι αφελείς τουρίστες, αλλά εύπιστοι πολίτες. Οι σολωμικοί «ευκολόπιστοι» πρέπει να απαγορεύσουν στον εαυτό τους τις αμφιβολίες που ευλόγως δικαιούται και να τον πείσουν ότι το άπαν της διαφάνειας είναι η ολιγοήμερη παραμονή του τρέχοντος «πόθεν έσχες» στο Διαδίκτυο, όπου έχουν απαλειφθεί τα προηγούμενα ώστε να δυσχεραίνεται η σύγκριση.
Κανείς, δυστυχώς –ούτε καν οι ίδιοι οι πολιτικοί– δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει πως αυτή η ενιαύσια άνευρη τελετή είναι η πανήγυρις της διαφάνειας και της δημοκρατίας. Μοιάζει περισσότερο με πονηρό κλείσιμο του ματιού, με πανηγυράκι που γίνεται επειδή το καλεί η συνήθεια και το επιβάλλει η ρουτίνα. Ή με παιχνιδάκι στο οποίο δεν υπάρχει νικητής και ωφελημένος, αφού βγαίνουν όλοι χαμένοι. Ετσι όμως η πολιτική τάξη δεν έχει την παραμικρή ελπίδα ότι θα αναιρέσει την εδραία πεποίθηση που τρέφει ο λαός πως είναι όλοι μα όλοι ίδιοι και όλοι μα όλοι χαλασμένοι, και μάλιστα ανίατα· ο λαός που, λαϊκίζοντας κι αυτός, την ώρα που κατεδαφίζει τους ίδιους εκείνους που ψηφίζει και ξαναψηφίζει, προσγράφει όλο το δίκαιο και το νομοταγές στη δική του μερίδα. Και ας υπάρχουν και στους δικούς του κόλπους πολλοί, ποικίλων κατηγοριών και επαγγελμάτων, που και το πόθεν τους και το έσχες τους κάθε άλλο παρά νομότυπα θα αποδεικνύονταν ακόμα και στον επιδερμικότερο έλεγχο. Εδώ λοιπόν ο μεν λαός θα μπορούσε να στραφεί προς το πολιτικό σύστημα και να του πει: «Εικόνα σου, είμαι, πολιτεία, και σου μοιάζω», επιχειρώντας να αυτοαθωωθεί, οι δε πολιτικοί θα μπορούσαν να στραφούν προς τον λαό και να του πουν το κλασικό της Γαλάτειας Καζαντζάκη: «Εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σου μοιάζω», με αυτοαπαλλακτική διάθεση και αυτοί. Και θα μαλώναμε ύστερα για το ποίος ήρξατο χειρών αδίκων και για το παροιμιώδες με την κότα και το αυγό.
Εθιμο μέσα στο έθιμο αποτελεί η δημοσιογραφική ανάδειξη του όλου θέματος σε εφημερίδες, ραδιοσταθμούς, κανάλια, Ιντερνετ, που έχει κι αυτή καλό μερίδιο στον λαϊκισμό: ευφάνταστες ή ετοιματζίδικες επικρίσεις, σαρκασμός (συχνά στα όρια της χοντρής πλάκας), στομφώδης απαρίθμηση κινητών και ακινήτων αποκτημάτων δίχως διάκριση μεταξύ τους (άλλο να απολαμβάνεις την πλήρη κυριότητα ενός τεμαχίου στη Μύκονο ή τη «Μύκονο του χειμώνα», την Αράχωβα, και άλλο να έχεις το 1/5 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού στην Πέρα Μαγούλα), «ρεπορτάζ δρόμου» με διαβάτες να λένε αυτό που θα ανέμεναν όλοι να πουν («πφφφ, δεν είναι δυνατόν, πού πάμε…»). Και άδικες και, όπως έχει ήδη φανεί, επικίνδυνες γενικεύσεις του είδους «όλοι οι βουλευτές…», «όλα τα κόμματα…», «όλοι οι πολιτικοί…». Γενικεύσεις που κατεδαφίζουν δίχως να νοιάζονται για οποιοδήποτε χτίσιμο. Ακόμα και οι ειρωνείας σημαντικοί τίτλοι μένουν απαράλλαχτοι στο πέρασμα του χρόνου, μολονότι αυτό δεν εμποδίζει τον εκάστοτε νέο χρήστη να αισθάνεται πρωτοπόρος και να καμαρώνει σαν εφευρέτης. Στο τιτλοδοτικό ντέρμπι «Εσχες δίχως πόθεν» εναντίον «Πόθεν… αίσχος», είναι δύσκολο να πούμε ποιος επικρατεί. Πολύ πιο δύσκολο, όμως, είναι να υποστηρίξουμε ότι αυτή η εξ αμηχανίας ή αμνησίας μονοτονία των τίτλων είναι το σοβαρότερο πρόβλημα της δημοσιογραφίας μας.
Για να το κάνω πιο λιανά, «πόθεν έσχες» καταθέτουμε πολλά χρόνια τώρα, στον αρμόδιο αντεισαγγελέα, και εμείς οι δημοσιογράφοι (ίσως επειδή και η δική μας αξιοπιστία, το δικό μας πρόσωπο στην κοινωνία, έχει πληγεί όσο και των πολιτικών). Αν το καταθέτουμε όλοι και μάλιστα έγκαιρα (και πρωτίστως έντιμα) δεν μπορώ να το ξέρω. Ξέρω πάντως ότι την πρώτη εποχή αρκετοί αντιμετώπιζαν το όλο θέμα είτε επιπόλαια («έλα μωρέ τώρα, χαρτομάνι για το τίποτα…») είτε μ’ εκείνη την υπεροψία και την τεταρτοεξουσιαστική άνεση που διακρίνει το σινάφι μας, ή μάλλον, για να μη γλιστρήσουμε κι εδώ στις γενικεύσεις, ένα μεγάλο τμήμα του. Εμείς, οι αυστηροί τιμητές των πολιτικών και βλοσυροί καθοδηγητές των πολιτών, δεν νοιαζόμασταν για τα του οίκου μας. Δεν ενδιαφερόμασταν για την πάστρα του, που θα μας έδινε και το δικαίωμα να στηλιτεύουμε σαν ακάθαρτους τους τρίτους. Το σκουπιδάκι στο μάτι του άλλου το διακρίναμε εύκολα. Αλλά και δοκάρι ολόκληρο να υπήρχε στο δικό μας μάτι (δηλαδή ούτε πόθεν δηλωμένο ούτε έσχες), δεν μας παραενοχλούσε. Ακριβώς όπως το λένε οι Γραφές. Ανοίγαμε λοιπόν και συνεχίζουμε ν’ ανοίγουμε τα εγχειρίδια χρηστομάθειας και, αυτοεξαιρούμενοι από ό,τι επιπόλαια καταγγέλλουμε σαν γενικευμένη σήψη, παραδίδουμε μαθήματα έννομης και έντιμης συμπεριφοράς
Ισως έτσι εξηγείται μια πρόσφατη τηλεοπτική συνήθεια: η δακρύβρεχτη δημόσια εκμυστήρευση αναγνωρισιμότατων δημοσιογράφων, της κατηγορίας των λίαν επιτυχημένων, πως, αντίθετα με ό,τι έδειχνε ο μέχρι τώρα δημόσιος βίος τους, όχι μόνο δεν είναι πλούσιοι αλλά με τα Μνημόνια (φανατικοί κήρυκες των οποίων υπήρξαν οι περισσότεροι) δυσκολεύονται πολύ να τα φέρουν βόλτα· να διατηρήσουν άθικτο το επίπεδο της ζωής τους. Εχουμε δει και κυβερνητικά ή κομματικά στελέχη να κλαίγονται στην τηλεόραση υποκρινόμενα τους χειμαζόμενους. Οταν αυτήν την παράσταση τη δίνουν πολιτικοί, τους λοιδορούμε δημοσίως και αγρίως. Οταν οι αυτοσκηνοθετούμενοι σαν πενόμενοι είναι δημοσιογράφοι που κατέχουν υψηλή θέση και σε κανάλι και σε εφημερίδα και σε ραδιοσταθμό ή είναι ιδιοκτήτες Μέσου ή Μέσων, οι πολλοί τους ψιλολοιδορούμε, αλλά από μέσα μας ή ψιθυριστά. Τάχα για να μη χαλάσει η εικόνα της συντεχνίας μας. Η οποία όμως στα μάτια των υπολοίπων είναι προ πολλού κομματιασμένη. Και όχι άδικα.

 

Advertisements