Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Αμοργίς

by SF

Του΄παν η Αμοργίς χάθηκε. Πνίγηκε στην Κασπία, πνίγηκε αργά κάτω απ΄τον ήλιο. Άλλος είπε πως δεμένη στα βράχια, ακούει το τραγούδι. Η Αμοργίς χάθηκε, είπαν. Προτού συντριβεί σηκώθηκε και πέταξε, την είδαν που σιωπούσε.

  Έπειτα απέμεινε μόνος μες στις μεγάλες αίθουσες με τ΄ανοιχτά παράθυρα και τις φωνές. Μεγάλωναν έξω, γερνούσαν τα νερά, γερνούσαν και έφευγαν. Κάποτε φέραν την Αμοργίδα, πάνω στη σχεδία, με μια μεγάλη λαμπάδα. Άστραφτε μες στα νερά, ερχόταν όπως τα κορίτσια των Ινδιών, μ΄ένα φόρεμα στο χρώμα της γης, όλο από φύλλα και κλαδιά, μια φωλιά είπαν και τινάχτηκαν οι λαιμοί, όπως στην έξαψη. Την σηκώσαν και περπάτησαν στην Αλεξάνδρεια, την Αθήνα, την Καρχηδόνα, τον Τάραντα. Βάδιζαν σιωπηλοί, αποκτούσαν και άλλες ηλικίες στα πόδια της Αμοργίδος. Δεν μιλούσε καθόλου και άμα πήγαινε ν΄ανάψει ο ήλιος, όλο μάκραινε, σαν φωτογραφία ή οροσειρά. Όταν σχημάτισαν τον κύκλο και είχαν πια διανύσει όλες τις εποχές, την έφεραν. Στην Ελευσίνα ή και σ΄άλλους τόπους, θερμότερους αντίκρυσε την Αμοργίδα που λάμπε μες στο τέλος της, όσο κρατήσουν τα νερά και οι κοίτες τους θα λάμπει η Αμοργίς, ακέραια, όπως η Ισπανία και όπως η μητέρα όταν. Δυο χιλιάδες χρόνια σιώπησαν, σαν να κατείχαν ένα περίφημο, οδυνηρό μυστικό και δεν το΄παν. Όμως είναι γραμμένο στην πέτρα και έχει κλειστεί μες στις σπηλιές και τα χορταριασμένα ερρείπια γύρω από τον Τουθόα και όπου ακούγεται η φωνή , καθάρια μες στις νύχτες. Ως τα πεδινά.
    Η Αμοργίς, είπαν, όταν πια ένα παιδί φώναξε γιατί, γιατί, γιατί, η Αμοργίς σημαίνει χρώμα κόκκινο. Και αυτά δεν ερμηνεύονται, μ΄άλλον τρόπο τα αισθήματα δεν λέγονται, τα φάσματα είναι γεφύρια στο σχήμα του τόξου, στο σχήμα και την ιδέα του σκοπού. Έτσι πράγμα στέρεο είναι η Αμοργίς, γλώσσα είναι, ελάχιστη που μια αίσθηση θέλησε να συλλάβει. Και τώρα,η Αμοργίς που χύνεται σαν καινούρια χώρα, αγαθοδαίμονες και τελώνια στον ύπνο της Αμοργίδος και γύρω απ΄τα μαλλιά της, κλαδιά, σχοινιά και οι χαλασμένες της φωλιές. Είναι γλώσσα, ερρείπιο μ΄όλη τη δόξα του, είναι ένας πρώτος λόγος, το έπος μιας ομολογίας. Εκείνη τρελή μπορεί και πλέκει χίλια χρώματα μ΄όλο της το σώμα, δηλαδή μονάχη εξαντλείται παράλογη, γνωρίζοντας εκείνο το μυστικό. Πλέκει σκηνές εξωφρενικές , κρατά τους ανθρώπους μακριά και σπαράζονται τα φεγγάρια, ο γιαλός, τα μαγγανοπήγαδα, τα κτήνη, υάκινθοι μες στα φρεάτια, σοφά τ΄αηδόνια, τρυφερή η αγάπη. Και έτσι καθώς αναμιγνύονται και υπάρχουν όλα απλώνεται ένα τραγούδι και όλα πάλι συμμετέχουν. Είναι μια ώρα, η κάθε ώρα όταν η Αμοργίς συλλαβάνει τις έξαλες εικασίες της, δράματα απ΄όλων των λογιών τις εποχές και τα γένη. Δεν απομένει τίποτε που να μην θρηνεί την Αμοργίδα. Και ακόμη όσοι πιάστηκαν με τα σπαθιά και τα δόντια να σηκώσουν το άμοιρο κορίτσι, εκείνη γελούσε μες στη σχεδία της, πήγαινε και ερχόταν σ΄όλα τα νερά, απ΄τα δέντρα και τις πέτρες ίσαμε πάνω στα φτερωτά καρτέρια, γινόταν όμορφη, καταρρακτώδης η Αμοργίς. Είναι μια στιγμή που κανείς κρατιέται μονάχα από τη μνήμη του, είναι μια στιγμή που όλα αγαπήθηκαν, μια ύστατη στιγμή που αξίζουν όλα να ειπωθούν. Όχι γιατί είναι ελληνικά, όχι γιατί μονάχα τώρα τρέχουν στις πηγές λέξεις και ονόματα, μα γιατί δεν αντέχεται λιγότερη παρηγοριά. Να΄ρχεσαι Αμοργίς, να με καταργείς, να με συνθέτεις και να με παραπλανάς. Να΄ρχεσαι κόκκινη, όπως οι εραστές και όπως το αίμα. Η Αμοργίς είναι μια πασχαλινή φωτογραφία. Πίσω φλέγονται τα κτήματα, τα καλύβια, τα σίδερα και οι δεξαμενές. Συμβαίνουν πράγματα ακατάληπτα και αμά κοιτώ την Αμοργίδα, όλα κινούν και κλαίνε και γεννούν. Η Αμοργίς φορούσε ένα περιδέραιο από γαλάζιο Μυτιλήνης. Ετούτο μόνον διακρίνεται στη φωτογραφία. Το πρόσωπό της , όμως, το πρόσωπό της είναι καθολικό.
   Άλλοι είπαν ήταν κορίτσι και κάποιοι δείχνουν τον ποιητή και το καράβι. Ήταν πάντα κάτι παραπάνω.
*
©Απόστολος Θηβαίος
φωτο©Στράτος Φουντούλης, «Square Ambiorix 2009», Bruxelles.
 
Advertisements