Μαρία Πετρίτση, Οι ιστορίες της Πέμπτης: Οδός Θεμιστοκλέους

by SF

 

Κόκκινο φανάρι, γωνία Θεμιστοκλέους και Σόλωνος. Στο απέναντι πεζοδρόμιο ένα ανθρώπινο ποτάμι χύνεται προς τα κάτω. Άνθρωποι και ποντίκια. Μια αναίτια βιασύνη κάνει τα βήματά μου να φεύγουν πιο μπροστά. Περπατάω ως συνήθως με το κεφάλι κάτω, κοιτώντας τις πλάκες του πεζοδρομίου. Μπας και μου πούνε μυστικά. Μπας και ανακαλύψω πάνω τους το νόημα του κόσμου. Πέφτω πάνω σου, ζητάω συγγνώμη, λες δεν πειράζει. Ποτέ δεν πειράζουν πολύ οι παράφορες συγκρούσεις μεταξύ αγνώστων στα φανάρια.

Σε έψαχνα χωρίς να το ξέρω. Στέκομαι δίπλα σου. Μπαίνω στον προσωπικό σου χώρο. Νομίζω πως κολυμπώ σε μια παχύρευστη λίμνη από λευκό ζελέ. Που δεν έχει πήξει ακόμα. Και μυρίζει ωραία. Ιδρώτα, καυσαέριο, μια λεπτομέρεια από το σπίτι σου και κάτι σε άρωμα από το πρωί. Το δαιμόνιο της όσφρησης με αποσυντονίζει. Χαμηλώνω πάλι το κεφάλι – τι συνήθεια κι αυτή – και το βλέμμα μου πέφτει στο αριστερό σου χέρι. Ηδονοβλεψία δαχτύλων. Εξαίρετος αντίχειρας. Εμπνευστικός. Σωπαίνω. Και τι να πω. Υπομένω αταβιστικά το χρονόμετρο του κόκκινου χρώματος του πεζού σε μικρογραφία που στέκεται απέναντί μας και κανονίζει την πορεία μας. Τα δευτερόλεπτα περνούν. Τα μανίκια μας ακουμπάνε. Το φαρμακείο στη γωνία κλειστό. Δεν παίρνω πια Zoloft, ο ψυ είπε πως βαδίζω με το κεφάλι ψηλά στο δρόμο προς την ελευθερία. Δίπλα μας περαστικοί, σκυλιά, έξεις, πολυκατοικίες. Αναμονή. Πουλιά που κοιτάνε, κίτρινα ταξί, ψευτοαδιαφορία. Κοιτάς με τραχύ τρόπο προς τα πάνω, λες και βιάζεσαι. Έχεις ένα είδος άτσαλης χάρης που με κάνει να θέλω να χαμογελάσω χωρίς να με δεις. Ζούμε μέσα σε ένα κινηματογραφικό καρέ. Σε φοβάμαι λίγο και δεν ξέρω γιατί. Ό, τι νιώθουμε, πάντως, έχει λόγο να υπάρχει, η Φύση δεν κάνει λάθος ποτέ. Πορτοκαλί για τα αυτοκίνητα που έρχονται από δεξιά μας. Ετοιμάζεσαι να διασχίσεις. Θα έμενα κάνα δίωρο ακόμα εδώ, περιμένοντας το επόμενο φανάρι. Και μετά το μεθεπόμενο. Πολλά φανάρια μαζί. Φτάνει να σου αγγίζω το μανίκι. Βλέπω τον κόσμο παραμορφωμένο. Εσένα γίγαντα και εμένα στο μέγεθος του πεζού σε μικρογραφία δίπλα στο παντζάκι σου. Θα μπορούσες να με πατήσεις. Σαν τσίχλα φράουλα, θα μου ταίριαζε νομίζω. Ή σα χτυπημένη μύγα που έσκασε πάνω σε κάποιο παρμπρίζ και παραμέρισε όπως όπως στην άκρη του δρόμου μπας και επιβιώσει. Πράσινο. Ο πεζός σε μικρογραφία μας δίνει σήμα, ο δρόμος προς την ελευθερία είναι ανοιχτός. Χωρίς πατερίτσες. Διασχίζεις πρώτος, ακολουθώ. Μπορεί να μην φανταστείς ποτέ τι σκεφτόμουν όσο στεκόμουν δίπλα σου. Μπορεί πριν σταματήσεις στο φανάρι να ξέκανες με τη σόλα του παπουτσιού σου μια μύγα που δεν την έλιωσε η ορμή της πτήσης της και η απότομη προσγείωσή της πάνω σε κάποιο παρμπρίζ. Η άσφαλτος πίσω σου πάλλεται. Τη σκηνή τη ζω υπόκωφα. Τα αυτιά μου πονάνε. Διαρκεί μόλις λίγα δευτερόλεπτα και μετά έχουμε περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο, εσύ μπροστά κι εγώ πιο πίσω. Απομακρύνεσαι. Η Θεμιστοκλέους είναι η αγαπημένη μου οδός. Σε κάθε πόλη. Χάθηκες, μπορεί να έφτασες κιόλας στο παλιό σφαγείο που ονειρεύομαι κάποτε να το κάνω μπαρ. Σε αποχαιρετώ χαμογελώντας. Νιώθω λίγη πίκρα. Νιώθω συχνά υπερβολικά μα δεν πειράζει. Να είσαι καλά, να γράφεις ωραία ποιήματα, να πίνεις ωραία κρασιά, να μαλώνεις με όποιον μισεί τα ανυπεράσπιστα γατάκια, να ονειρεύεσαι καταιγίδες, οδοφράγματα, σούπερ ήρωες με διαγαλαξιακά μάτια και να νικάς πάντα στις μάχες σας. Θα σε σκέφτομαι καθυστερώντας στα ωραία μετόπισθεν της διαδρομής σου. Και σαν ήρωα του youporn και σαν ρομαντικό ρεμάλι που τρώει τις σάρκες του κάτω από έναν πίνακα του Klimt. Σκουπίδι και θεό μέσα στον πυρετό. Δικό μου. Μπορεί να μη σε ξαναδώ ποτέ. Είναι όμως τεράστια παρηγοριά να ξέρω πως υπάρχεις. Μπαίνω στην πλατεία. Έχεις φύγει ή είσαι κάπου που δεν ξέρω. Ο δρόμος προς την ελευθερία είναι ανοιχτός. Μακάρι να’ πιανε μια βροχή. Πάντα θα λάμπεις κάπου πιο ψηλά από ολόκληρο τον κόσμο στα μάτια μου. Πες γεια σε όσους αγαπάς, κλάψε για ό, τι σε πληγώνει. Εγώ δεν παίρνω πια Zoloft. Έμαθα πώς να μην κλαίω.

 

*
©Μαρία Πετρίτση
Advertisements